ΧΟΡΗΓΟΙ

Μεγάλοι επιστήμονες και Αστρονόμοι


***

 

του Δημήτρη Νικολαΐδη   

 

                                                                  << επιστροφή στις  εργασίες μελών

 

  1. Ιππαρχος ο Ρόδιος

  2. Δημόκριτος

  3. Πυθαγόρας

  4. Ερατοσθένης

  5. Υπατία

  6. Θαλής ο Μιλήσιος

  7. Ηρακλείδης Ποντικός

  8. Εύδοξος ο Κνίδιος

  9. Αναξαγόρας

10. Αρίσταρχος ο Σάμιος

11. Πτολεμαίος Κλαύδιος

12. Αλφόνσος

13. Galileo Galilei

14. Νικόλαος Κοπέρνικος

15. Γιόχαν Κέπλερ

16. Ισαάκ Νεύτων

17. Max Planck

18. Άλμπερτ Αϊνστάιν

19. Έντγουιν Πάουελ Χάμπλ

20. Καρλ Σαγκάν

21. Άγκστρεμ, Άντερς Γιόνας

22. Γιόχαν Έλερτ Μπόντε

 

 

 

 

 

 

Ίππαρχος ο Ρόδιος

 

Ο Ίππαρχος ο Ρόδιος γεννήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας (2ος αιώνας π.Χ), αλλά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Ρόδο.
Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους αστρονόμους της αρχαιότητας, ίσως ο σημαντικότερος, αν και πολύ λίγα γραπτά του έχουν διασωθεί. Στην πραγματικότητα, το μόνο σωζόμενο έργο του είναι το «Περί των Αράτου και Ευδόξου φαινομένων», ενώ τα υπόλοιπα έργα του καταστράφηκαν στη πυρκαγιά της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Σε αυτά περιλαμβάνονται ένα αστρονομικό ημερολόγιο, βιβλία πάνω στη οπτική και την αριθμητική, μια πραγματεία «Περί των διά βάρους κάτω φερομένων», γεωγραφικά και αστρολογικά κείμενα και ένας κατάλογος του ίδιου του έργου του. Οι περισσότερες γνώσεις μας προέρχονται από σχετικές αναφορές και εκτενή αποσπάσματα σε άλλους συγγραφείς, κυρίως τον Πτολεμαίο, ο οποίος τον θεωρούσε ως τον σπουδαιότερο προκάτοχό του. Ο Πτολεμαίος, που έκανε εκτεταμένη χρήση του έργου του Ιππάρχου, τον περιέγραφε ως «φιλόπονο» και μεγάλο «εραστή της αλήθειας».
Η συνεισφορά του περιλαμβάνει τόσο πρακτικές όσο και θεωρητικές καινοτομίες. Δεν είναι λίγοι αυτοί που αποδίδουν στον Ίππαρχο τη γέννηση της τριγωνομετρίας, καθώς ήταν ο πρώτος που συνέταξε τριγωνομετρικό πίνακα.

 

   Για τις αστρονομικές παρατηρήσεις του χρησιμοποιούσε ένα όργανο που περιγράφεται από τον Πτολεμαίο ως διόπτρα και πιθανόν να ήταν αυτός που εφηύρε τον αστρολάβο. Η επισταμένη παρατήρηση του ουράνιου στερεώματος και των θέσεων των άστρων τον οδήγησε στην κατάρτιση του πρώτου γνωστού καταλόγου των άστρων. Έστρεψε την προσοχή του σε μία ευρεία γκάμα αστρονομικών προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένων της διάρκειας του έτους (υπολόγισε πως το ηλιακό έτος είναι 365,242 ημέρες, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα σύγχρονα ρολόγια που το υπολογίζουν σε 365, 242199 ημέρες), του καθορισμού της απόστασης από τον Ήλιο και του υπολογισμού των ηλιακών και σεληνιακών εκλείψεων. Παράλληλα, δημιούργησε μαθηματικά μοντέλα για την κίνηση του Ηλίου και της Σελήνης. Ο Πτολεμαίος σημειώνει ότι ο Ίππαρχος δεν ανέπτυξε θεωρίες για τους πέντε πλανήτες, «τουλάχιστον όχι στα γραπτά του που έχουν φτάσει σε εμάς».
Το πιο διάσημο επίτευγμα του Ιππάρχου είναι ίσως η ανακάλυψή του ότι τα σημεία του ηλιοστασίου και της ισημερίας μετατοπίζονται από την Ανατολή προς τη Δύση, το φαινόμενο, δηλαδή, της μετάπτωσης των ισημεριών. Ακόμη, υπολόγισε τη διάμετρο της Σελήνης και τη κυμαινόμενη απόστασή της από τη Γη, ενώ επινόησε την κλίμακα των μεγεθών των αστέρων ανάλογα με τη φωτεινότητά τους, που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.
Η εκτίμηση που έτρεφαν οι επιστήμονες της εποχής για τον Ίππαρχο και τα επιτεύγματά του, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι η φιγούρα του απεικονίζεται στα εξώφυλλα ποικίλων αστρονομικών εκδόσεων, πολλούς αιώνες μετά τον θάνατό του.

 

                                                                                               << επιστροφή

 


 

Δημόκριτος

 

Φιλόσοφος. (Άβδηρα περ. 460 – περ. 370 π.Χ.). Ήταν σύγχρονος του Σωκράτη και του Πρωταγόρα. Οι πληροφορίες για τη ζωή του δεν είναι ακριβείς. Κατά την παράδοση, υπήρξε μακροβιότατος και πολυταξιδεμένος. Είχε δεχτεί τη διττή επίδραση του ελληνικού και του ανατολικού πνεύματος. Φαίνεται ότι είχε ταξιδέψει στην Αίγυπτο, στη Βαβυλώνα, καθώς και στις Ινδίες, όπου γνώρισε τους γυμνοσοφιστές (Ινδούς ασκητές). Επέστρεψε στην πατρίδα του πλούσιος μόνο σε εμπειρίες και έζησε χάρη στη γενναιοδωρία του αδελφού του. Η παράδοση τον παρουσιάζει ιδιαίτερα πρόσχαρο, με απτόητη καλή διάθεση. H σκέψη του είναι γνωστή από τους σχολιαστές του. Στον Δημόκριτο αποδίδεται η συγγραφή ενός Μικρού διακόσμου, δηλαδή κοσμολογίας, αντίστοιχου προς τον Μέγαν διάκοσμον του Λεύκιππου. Είναι όμως αδύνατον να καθοριστεί η ειδική συμβολή του Λεύκιππου ή του Δημόκριτου, στη διαμόρφωση της ατομικής φιλοσοφίας. Οπωσδήποτε οι μεταγενέστεροι συνταύτισαν την ατομική σχολή με τον Δημόκριτο.  Στη διδασκαλία του o Δημόκριτος έδωσε νέα όψη στις ελεατικές θέσεις, τις οποίες τροποποίησε ριζικά. Δεχόταν ότι το ον είναι τόσο υπαρκτό όσο και το μη ον. Το ον είναι ύλη αδιαίρετη, άτομο (άτομο = αυτό που δεν τέμνεται).

 

   Δεν είναι όμως ένα, όπως δίδασκε o Παρμενίδης, αλλά πολλά. Τα υλικά αυτά άτομα είναι το ον, το «πλήρες», ενώ το μη ον είναι το «κενό» που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα άτομα και επιτρέπει την κίνησή τους. Τα άτομα είναι άπειρα στον αριθμό, χωρίς ποιοτική διαφορά, αλλά διαφοροποιούνται στη μορφή, στην τάξη, στη θέση ή στο μέγεθος. Κινούνται και συμπλέκονται μεταξύ τους και σχηματίζουν τα διάφορα όντα που μας είναι γνωστά. Η κίνηση αυτή υπακούει σε καθαρά μηχανικούς νόμους, είναι μετατόπιση χωρίς καμία αρχή σκοπιμότητας. Η φύση της κίνησης είναι η γενική μηχανική ερμηνεία του κόσμου και είναι αναπόφευκτη συνέπεια της έλλειψης ποιοτικών διαφορών μεταξύ των υλικών ατόμων. Οι διάφορες δυνατές συναντήσεις των ατόμων είναι η απλή επαφή, οι κρούσεις, οι απώσεις ή προσμείξεις και, τέλος, η στροβιλιστική περιδίνηση από την οποία προκύπτουν τα σώματα. Η ελαφρότερη ύλη κινείται ανοδικά και σχηματίζει τον ουρανό, τη φωτιά και τον αέρα, ενώ η βαρύτερη αποτελεί τη γη. Με παρόμοιο τρόπο εξηγεί ο Δημόκριτος και τα ανθρώπινα, βιολογικά ή ψυχολογικά φαινόμενα. Ο άνθρωπος, όπως και τα ζώα, προήλθε από τον λειμώνα (λιβάδι) της γης. Το σώμα του ερμηνεύεται με έναν καθαρά μηχανικό τρόπο, αλλά και η ψυχή του αποτελείται από μια πολύ λεπτή ύλη ή, σωστότερα, προκύπτει από την κίνηση αυτής της ύλης. Ο κόσμος στο σύνολό του παρομοιάζεται με κάτι ζωντανό, που έχει ψυχή, το θείον, που με τη σειρά του προκύπτει από την κινούμενη ύλη. Οι αισθήσεις εξηγούνται από φυσικές επαφές: υλικές εικόνες (είδωλα, δείκελα), που πηγάζουν ως απορροές από τα αντικείμενα, διαμορφώνουν κατά το σχήμα τους τον αέρα, ο οποίος έρχεται σε επαφή με τις απορροές που βγαίνουν από το μάτι μας. Έτσι «το όμοιον διά του ομοίου» γνωρίζεται.

 

   Ωστόσο, ο Δημόκριτος δεν θεωρεί ασφαλή την αισθητηριακή γνώση και σε αυτό το σημείο συμπίπτουν οι απόψεις του με εκείνες των σκεπτικιστών. Αντίθετα όμως προς αυτούς δέχεται το κύρος της λογικής γνώσης, που είναι σωστή αν η ψυχή με τις κινήσεις που νιώθει φτάνει στη σωστή θερμοκρασία. Στη λογική γνώση του καλού, που θέτει την ειρήνη της ψυχής και την αρμονία της πάνω από την ηδονή και τον πόνο, στηρίζει ο Δημόκριτος και την ηθική του και θεμελιώνει έναν υψηλό ευδαιμονισμό, που βασίζεται στην ηθική αυτονομία του λογικού. Οι θέσεις του Δημόκριτου ενέπνευσαν αργότερα τη φιλοσοφία του Επικούρου και του Λουκρητίου. Ο Νίτσε θεώρησε τον Δημόκριτο ως τον πρώτο χειραφετημένο άνθρωπο από τον φόβο των θεών και ως πρότυπο της αρχαίας ελληνικής μακαριότητας.

 

 

                                                                                            << επιστροφή

 


 

Πυθαγόρας

 

Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, γεννήθηκε στην Σάμο το 580 π.Χ. και δολοφονήθηκε το 500 π.Χ. σε ηλικία 80 ετών, στο Μετάποντιον της Ιταλικής Λουκανίας. Ο Πυθαγόρας ήταν μέγας φιλόσοφος, φυσικός ερευνητής και μέγας εφευρέτης. Επίσης ήταν μεγάλος μαθηματικός, γεωμέτρης και ιδρυτής της πρώτης «Αδελφότητας των Πυθαγορείων». Ο Πυθαγόρας αναγκάστηκε να μετοικήσει από την Σάμο, στον Κρότωνα (σημερινό Crotona) της νότιας Ιταλίας, το έτος 532 π.Χ., για να αποφύγει τους νόμους του θρησκόληπτου δικτάτορα της Σάμου, πού απαγόρευαν την διαφορετική έρευνα και την απόκλιση, από τα εκεί θρησκευτικά δεδομένα της θρησκείας του «Δωδεκαθέου». Οι θρησκευτικοί αυτοί νόμοι του δικτάτορα της Σάμου, δεν άφηναν περιθώρια στον σοφό Πυθαγόρα, για την αναζήτηση νέων πρωτοπόρων σκέψεων και αναζήτηση φυσικών αιτιών, για κάθε γεγονός. Εκεί στον Κρότωνα δημιούργησε την πρώτη «Αδελφότητα των Πυθαγορείων», πού ήταν μια Ακαδημία μόρφωσης και αλληλοσυμπαράστασης Ελλήνων επάνω σε ηθικό-πολιτικές βάσεις.

 

   Η πρώτη «Αδελφότητα των Πυθαγορείων», μολονότι ήταν θρησκευτικής φύσεως, ασχολήθηκε με όλα τα θέματα των επιστημών, καθότι αποτελούνταν από επιστήμονες όλων των τομέων. Η αδελφότητα μόρφωσε τέτοιους «νόμους λογικής» στις επιστήμες, πού οι μετέπειτα χρονικά επιστήμονες της αρχαίας Ελλάδος και της δυτικής Ευρώπης, με βάση αυτούς τους νόμους ανέβασαν το μορφωτικό και βιοτικό επίπεδο ολοκλήρου του κόσμου, στην υφήλιο. Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε όλους τους μαθητές του και όλες τις διδασκαλίες του, διότι όλα τα συγγράμματα του τα έκαψαν οι αντίπαλοι του, των θρησκειών του Δωδεκάθεου, του χριστιανισμού, του εβραϊσμού και του μουσουλμανισμού στις διάφορες βιβλιοθήκες του κόσμου. Μερικοί ισχυρίζονται όμως, ότι πολλά γραπτά του τα πήραν άλλοι συγγενείς και μαθητές του και τα παρουσίασαν σαν δικά τους. Για τον λόγο αυτόν από συγγράμματα των μαθητών του και συγγενών του βγαίνει σαν τεκμηρίωση ότι η θεωρία της «Αδελφότητα των Πυθαγορείων» ήταν να έχει «σταθερούς φυσικούς νόμους», για τα διδασκόμενα θέματα. Αυτοί οι «σταθεροί φυσικοί νόμοι» ήταν «συμπεράσματα» μετά από συζήτηση πού έγινε, με μεγάλη και εξονυχιστική μελέτη ενός αντικειμένου, ώστε αργότερα δεν επιδέχονταν αντίρρηση και ήταν κάτι σαν «άρθρα συντάγματος».

 

   Για να δείξουν στους ανθρώπους, τη σύνδεση της «Αδελφότητα των Πυθαγορείων» με τη φύση και την ύλη, στην είσοδο της σχολής τους είχαν χαράξει το ρητό «ΜΗΔΕΙΣ ΑΓΕΩΜΕΤΡΗΤΟΣ ΕΙΣΙΤΩ», δηλαδή «δεν μπορεί να εισέλθει και συμμετάσχει κανείς στην αδελφότητα, ο οποίος δεν μετρά με γήινα μέτρα όλα τα αντικείμενα». Αυτό με άλλα λόγια σήμαινε, ότι η αδελφότητα πίστευε ότι «το θείον» είναι μέσα στον άνθρωπο και «μετρήσιμο» και όχι στα ουράνια και άπιαστο. Κάτι πού και ο Μαξ Πλανκ είπε με άλλα λόγια, δηλαδή "Υπάρχουν μόνο αυτά που είναι μετρήσιμα - ο θεός (όπως οι σημερινές θρησκείες πιστεύουν) δεν είναι μετρήσιμος και δεν υπάρχει τέτοιος θεός (πού οι σημερινές θρησκείες πιστεύουν)!" Ο Πυθαγόρας καθορίζει ότι οι βάσεις της σοφίας είναι τέσσερις: η αριθμητική, η μουσική, η γεωμετρία, η αστρονομία και τονίζει ότι ο 4 είναι ιερός αριθμός. Η Τετρακτύς, δηλαδή η τετράδα των αριθμών 1,2,3,4, περιέχονταν στον όρκο των Πυθαγορείων, σύμφωνα με τον οποίο: "ού μα τον αμετερα ψυχα παραδοντα τετρακτύν, παγαν αεναου φύσεως ρίζωμα τ' έχουσαν" (όχι δεν θα μαρτυρήσω τα μυστικά της σχολής μας, μα τον παραδώσαντα στη ψυχή μας την τετρακτύν, πηγήν αενάου φύσεως έχουσαν βαθειές ρίζες, εδώ εννοεί τον Πυθαγόρα).Ένας από τους νόμους της «Αδελφότητα των Πυθαγορείων» ήταν, κάθε συζήτηση ή μάθημα, να έχει αρχηγό της συζήτησης, ο οποίος θα εισηγείται του θέματος και θα κατευθύνει τη μορφή και διαδικασία της συζήτησης, επί του θέματος, κάτι σαν τα σημερινά «Συμπόσια».
Πυθαγορισμός Φιλοσοφική, θρησκευτική και πολιτική κοινότητα ή σχολή που ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ από τον Πυθαγόρα στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας.

 

   Η διδασκαλία στη σχολή γινόταν με προφορικό τρόπο. Απαραίτητες προϋποθέσεις, για να γίνει κανείς μέλος της σχολής και της κοινότητας ήταν:
Η Αυτοπειθαρχία
Η Σιωπή ( μυστικιστικό στοιχείο)
Η υιοθέτηση ενός διαφορετικού τρόπου ζωής (π.χ απαγορευόταν η κρεατοφαγία)

 

   Φαίνεται πως ο Αριστοτέλης είχε γράψει ένα σύγγραμμα για τη πυθαγόρεια σχολή το οποίο όμως χάθηκε. Βασικό δόγμα του Πυθαγορισμού ήταν η θεωρία της μετεμψύχωσης σύμφωνα με την οποία η ψυχή του ανθρώπου μετά τον φυσικό θάνατο μπορεί να υπάρξει μέσα σε ένα ζώο ή μέσα σε ένα φυτό μέχρι να καθαρθεί κι να ενωθεί με την κοσμική ψυχή. Η ακουστική, η αριθμολογία, η μελέτη των αριθμητικών αναλογιών της μουσικής κλίμακας και η αριθμητική ερμηνεία της φύσης σύμφωνα με την οποία ουσία των πάντων είναι ο αριθμός ήταν οι τομείς του έργου των πυθαγορείων. Το αποτέλεσμα της μελέτης τους στα Μαθηματικά είναι εξαιρετικό. Διέκριναν τους αριθμούς σε άρτιους -αυτοί που διαιρούνται έπ’ άπειρον και γι' αυτόν τον λόγο τους θεώρησαν ατελέστερους- και σε περιττούς οι οποίοι επειδή παρουσίαζαν ολοκληρωμένη μορφή (πάντα μέσα στα πλαίσια της διαιρετότητας) τους θεώρησαν τέλειους. Εδώ παρατηρείται αυτή η υπερβατική άποψη της πραγματικότητας που είχαν αναπτύξει, αντιλαμβάνονταν τους αριθμούς ως όντα.
Πυθαγόρειο θεώρημα

 

   Το Πυθαγόρειο θεώρημα είναι σχέση της Ευκλείδειας γεωμετρίας ανάμεσα στις πλευρές ενός ορθογωνίου τριγώνου. Συνεπώς αποτελεί θεώρημα της Επιπέδου Γεωμετρίας. Σύμφωνα με το Πυθαγόρειο Θεώρημα, που εξ ονόματος αποδίδεται στον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο Πυθαγόρα το: «Εν τοις ορθογωνίοις τριγώνοις το από της την ορθήν γωνίαν υποτεινούσης πλευράς τετράγωνον ίσον εστί τοις από των την ορθήν γωνίαν περιεχουσών πλευρών τετραγώνοις». Δηλαδή: «το τετράγωνο της υποτείνουσας ενός ορθογώνιου τριγώνου ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των 2 κάθετων πλευρών». Η παραπάνω πρόταση εκφράζεται με τον ακόλουθο τύπο: α² = β² + γ². - (όπου α = το μήκος της υποτείνουσας και β και γ = τα μήκη των δύο άλλων πλευρών) Τη παραπάνω αρχαία διατύπωση της πρότασης του εν λόγω θεωρήματος παρέχει ο αρχαίος επίσης Ευκλείδης στο πρώτο βιβλίο των "Στοιχείων" Γεωμετρίας του (47η πρόταση) με σχετική απόδειξη που κατά παράδοση οφείλεται στον Πυθαγόρα που κατ’ άλλη επίσης αρχαία παράδοση μετά την ανακάλυψή του αυτή θυσίασε προς τους θεούς Εκατόμβη γι’ αυτό και το θεώρημα αυτό ονομάσθηκε «Εκατόμβη» ή «Θεώρημα εκατόμβης». Ισχύει και το αντίστροφο Πυθαγόρειο θεώρημα: ότι δηλαδή, αν ισχύει η παραπάνω σχέση μεταξύ των πλευρών ενός τριγώνου, τότε το τρίγωνο είναι ορθογώνιο. Αν και το θεώρημα σήμερα φέρει το όνομα του Έλληνα μαθηματικού Πυθαγόρα, από ιστορικές έρευνες φαίνεται ότι είχε διατυπωθεί και νωρίτερα (τουλάχιστο ως εμπειρική παρατήρηση), γύρω στο 800 π.Χ., στην Ινδία από τον Baudhayana, στο βιβλίο Baudhayana Sulba Sutra (οδηγίες για κατασκευή ναών): Το σχοινί που εκτείνεται κατά μήκος της διαγωνίου ενός ορθογωνίου, παράγει επιφάνεια ίδια με αυτή της κάθετης και της οριζόντιας πλευράς. Από αιγυπτιακά μεγαλιθικά μνημεία των οποίων οι πλευρές είναι ακέραια πολλαπλάσια, φαίνεται ότι οι ιδιότητες των ορθογωνίων τριγώνων και οι σχέσεις των πλευρών τους, ήταν γνωστές από πολύ παλιά.

 

                                                                                               << επιστροφή

 


 

Ερατοσθένης

 

(Κυρήνη 276 π.Χ. – Αλεξάνδρεια 196; π.Χ.). Αστρονόμος, μαθηματικός, γεωγράφος, φιλόλογος, φιλόσοφος και ποιητής. Πνεύμα εξαιρετικά πολυμερές, μαθητής μεταξύ άλλων του Λυσανία του Κυρηναίου στην Ελλάδα, πήγε το 235 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια – όπου τον κάλεσε ο Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης για να αναλάβει την εκπαίδευση του γιου του, αλλά και να διαδεχθεί τον Απολλώνιο Ρόδιο στη διεύθυνση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Τότε έγιναν φίλοι με τον Αρχιμήδη. Ασχολήθηκε με όλους σχεδόν τους τομείς της επιστήμης και του πνεύματος, πουθενά όμως δεν αναδείχθηκε πρώτος. Από εδώ προέρχεται και η προσωνυμία Β’ (ο δεύτερος) που του έδωσαν οι σύγχρονοί του. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη γεωδαισία, την αστρονομία, τη γεωμετρία και τα μαθηματικά. Ο Πάππος αναφέρει ένα έργο του σχετικό με τις αναλογίες, που όμως δεν διασώθηκε.

 

   Με την ονομασία κόσκινο του Ερατοσθένη είναι γνωστή η μέθοδός του για την εύρεση των πρώτων αριθμών.  Ποιητής επυλλίων, γεωγράφος, εξαίρετος φιλόλογος, καλός ερμηνευτής του Ομήρου, συγγραφέας έργου για την αρχαία κωμωδία, υπολόγισε στα Γεωγραφικά του –με ικανοποιητική προσέγγιση– την περιφέρεια της Γης και έδωσε με τις Χρονογραφίες του μια εικόνα των πιο σημαντικών γεγονότων, από την άλωση της Τροίας έως τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πολλά από τα έργα του Ερατοσθένη σώθηκαν, ολόκληρα ή εν μέρει: Γεωγραφικά, Χρονογραφίαι, Ολυμπιονίκαι, Περί Κωμωδίας, Σκευοφορικό, Καταστερισμοί κ.ά.  Πίστευε σε μια σφαιρική Γη και υπολόγισε με μεγάλη (για τα μέσα της εποχής) ακρίβεια το μέγεθός της. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε έχει διασωθεί και είναι υπόδειγμα επιστημονικής μεθόδου και απλότητας. Παρατήρησε ότι κατά το θερινό ηλιοστάσιο, το μεσημέρι, στην πόλη Συήνη (το σημερινό Ασουάν που βρίσκεται σχεδόν ακριβώς πάνω στον Τροπικό του Καρκίνου), οι ακτίνες του Ήλιου πέφτουν κατακόρυφα, φωτίζοντας τους πυθμένες των πηγαδιών. Στη συνέχεια αποφάσισε να μετρήσει την ίδια μέρα και ώρα τη γωνία που σχηματίζουν οι ακτίνες του Ήλιου στην Αλεξάνδρεια με την κατακόρυφο, παρατηρώντας τη σκιά που έριχνε ένας κατακόρυφος πάσσαλος.

 

   Επίσης, γνώριζε ότι η απόσταση μεταξύ Συήνης και Αλεξανδρείας ήταν 5.000 στάδια. Τέλος έκανε δύο (σχεδόν) σωστές παραδοχές, ότι η Συήνη και η Αλεξάνδρεια βρίσκονται στον ίδιο μεσημβρινό και ότι οι ακτίνες του Ήλιου είναι παράλληλες (ή ισοδύναμα ότι ο Ήλιος είναι σε άπειρη απόσταση σε σχέση με τις διαστάσεις της Γης). Χρησιμοποιώντας τις τριγωνομετρικές γνώσεις της εποχής, προσδιόρισε το μήκος της περιφέρειας της Γης σε 248.000 στάδια. Στη συνέχεια το αναθεώρησε σε 252.000, ώστε ο αριθμός να είναι διαιρετός με το 360 (τις μοίρες μιας περιφέρειας κύκλου). Αν δεχθούμε ότι ο Ερατοσθένης χρησιμοποιούσε αιγυπτιακά στάδια των 157,5 σημερινών μέτρων, τότε το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με 39.690 σημερινά χιλιόμετρα, ενώ, αν δεχθούμε ότι χρησιμοποίησε το ελληνικό ή ολυμπιακό στάδιο των 183 μ., τότε το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με 45.900 σημερινά χιλιόμετρα (η ακριβής τιμή είναι περίπου 40.000 χιλιόμετρα) – σε κάθε περίπτωση μια αξιοθαύμαστη προσέγγιση.

 

                                                                                                                                << επιστροφή

 


 

Υπατία

 

Η Αλεξάνδρεια του 4ου αιώνα μ.Χ. ήταν ο χώρος μιας μικρής επιστημονικής αναγέννησης και αυτή φωτίστηκε από την πιο διάσημη ανάμεσα στις γυναίκες επιστήμονες και φιλοσόφους.  Για δεκαπέντε αιώνες η Υπατία θεωρείται ότι ήταν η μόνη γυναίκα επιστήμονας στην ιστορία. Ακόμα και σήμερα συχνά είναι η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στην ιστορία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Αυτή η ευγενής γυναίκα ξεχωρίζει στις σελίδες της ιστορίας σαν η μεγαλύτερη από τους μάρτυρες παγανιστές. Όταν γεννήθηκε η Υπατία το 370 μ.Χ., η διανοητική ζωή της Αλεξάνδρειας βρισκόταν σε κατάσταση επικίνδυνης σύγχυσης.

 

   Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γινόταν χριστιανική και όλο και πιο συχνά δεν ήταν μόνο ο χριστιανός ζηλωτής που έβλεπε αιρέσεις και σατανισμό στα μαθηματικά και στην επιστήμη: "οι μαθηματικοί έπρεπε να κατασπαραχθούν από θηρία ή να καούν ζωντανοί" (Mc Cabe). Μερικοί από τους χριστιανούς Πατέρες αναβίωσαν τις θεωρίες της επίπεδης γης και του σύμπαντος ως στερέωμα. Στην Αλεξάνδρεια ο Θεόφιλος, Πατριάρχης Αλεξάνδρειας, υποκινούσε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ παγανιστών, Εβραίων και Χριστιανών. Δεν ήταν μια και τόσο ευμενής εποχή για να είναι κανείς επιστήμονας, ή φιλόσοφος. Ο πατέρας της Υπατίας, ο Θέων, ήταν μαθηματικός και αστρονόμος στο Μουσείο. Επέβλεπε από κοντά κάθε πλευρά της εκπαίδευσης της κόρης του. Σύμφωνα με το μύθο, ήταν αποφασισμένος να γίνει η κόρη του ένα 'τέλειο ανθρώπινο ον' - ήταν η εποχή που οι γυναίκες θεωρούνταν κάτι παρακάτω από άνθρωποι! Ήταν προσωπική μαθήτρια του μάγου Πλούταρχου και ανατράφηκε στις θεμελιώδεις αρχές της Πλατωνικής Σχολής.

 

   Η Υπατία ήταν πραγματικά μια ξεχωριστή νέα. Ταξίδεψε στην Αθήνα και την Ιταλία και εντυπωσίαζε όσους συναντούσε με την εξυπνάδα και την ομορφιά της.  Σπούδασε στη νεοπλατωνική σχολή του Πλούταρχου του Νεότερου και της κόρης του Ασκληπιγένειας στην Αθήνα. Την εποχή εκείνη υπήρχε διάκριση μεταξύ των νεοπλατωνικών σχολών της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. Η σχολή της Αθήνας τόνιζε περισσότερο τη μαγεία και την απόκρυφη επιστήμη. Αλλά για τους Χριστιανούς, όλοι οι Πλατωνιστές ήταν επικίνδυνοι αιρετικοί.  Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έγινε δασκάλα των μαθηματικών και της φιλοσοφίας. Το Μουσείο είχε χάσει την υπεροχή του και η Αλεξάνδρεια τώρα είχε ξεχωριστά σχολεία για παγανιστές, για Εβραίους και για Χριστιανούς. Ωστόσο, η Υπατία δίδασκε σε ανθρώπους κάθε θρησκείας και μετά τον πατέρα της ανέλαβε μια Έδρα Φιλοσοφίας στην πόλη. Το σπίτι της έγινε κέντρο διανοουμένων και συγκέντρωνε σχολαστικιστές που συζητήσουν επιστημονικά και φιλοσοφικά ερωτήματα.

 

   Τα Έργα της: Η Υπατία έγραψε σχόλια για την Αριθμητική του Διόφαντου, επίσης για τον Αστρονομικό Κανόνα του Πτολεμαίου και ακόμα για τις Κωνικές Τομές του Απολλώνιου της Πέργα. Τα περισσότερα από τα γραπτά της Υπατίας ξεκίνησαν σαν σημειώσεις για τους μαθητές της. Κανένα δεν έχει διασωθεί ολοκληρωμένο, αν και είναι πιθανό τμήματα του έργου της να έχουν ενσωματωθεί στις εκτενείς πραγματείες του Θέωνα. Μερικές πληροφορίες για τα επιτεύγματά της προέρχονται από δασωμένα γράμματα του μαθητή και φίλου της Συνέσιου του Κυρηναίου, που αργότερα έγινε ο πλούσιος και ισχυρός Επίσκοπος της Πτολεμαϊδας. Το σημαντικότερο έργο της Υπατίας ήταν στην άλγεβρα. Έγραψε σχόλια στην Αριθμητική του Διόφαντου σε 13 βιβλία. Τα σχόλια της Υπατίας περιελάμβαναν εναλλακτικές λύσεις και πολλά νέα προβλήματα που προέκυπταν σαν συνέπεια στα χειρόγραφα του Διόφαντου.  Η Υπατία έγραψε επίσης μια διατριβή Περί των Κωνικών του Απολλώνιου σε οκτώ βιβλία. Ο Απολλώνιος ο Πέργας ήταν ένας αλεξανδρινός γεωμέτρης του 3ου π.Χ. αιώνα, που προσπάθησε να εξηγήσει τις ασυνήθιστες τροχιές των πλανητών. Το κείμενο της Υπατίας ήταν μια εκλαΐκευση της εργασίας του.

 

   Η Υπατία γοητευόταν από τις κωνικές τομές (τα γεωμετρικά σχήματα που σχηματίζονται όταν ένα επίπεδο τέμνει ένα κώνο). Μετά το θάνατό της, οι κωνικές τομές αγνοήθηκαν μέχρι την αρχή του 17ου αιώνα όταν οι επιστήμονες συνειδητοποίησαν ότι πολλά φυσικά φαινόμενα, όπως οι τροχιές πλανητών, περιγραφόταν με τον καλύτερο τρόπο με τις καμπύλες που προκύπτουν από κωνικές τομές.  Εκτός από τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά, η Υπατία είχε ενδιαφέρον για τη μηχανική και την πρακτική τεχνολογία. Τα γράμματα του Συνέσιου περιέχουν σχέδια για αρκετά επιστημονικά όργανα περιλαμβάνοντας έναν αστρολάβο (ο αστρολάβος χρησιμοποιούταν για τη μέτρηση των θέσεων του άστρων, πλανητών και του ήλιου και για τον υπολογισμό της ώρας και του ανερχόμενου ζωδίου του ζωδιακού). Η Υπατία ανέπτυξε ακόμα μια συσκευή για τη διύλιση του νερού, ένα όργανο για τη μέτρηση της στάθμης του νερού και ένα διαβαθμισμένο υδρόμετρο από μπρούτζο για τη μέτρηση της ειδικής βαρύτητας (πυκνότητας) ενός υγρού.  Η Υπατία ήταν ο τελευταίος παγανιστής επιστήμονας του δυτικού κόσμου και ο θάνατός της συνέπεσε με τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και αφού από τότε δεν υπήρξαν σημαντικές πρόοδοι στα μαθηματικά, την αστρονομία και τη φυσική σε όλο τη Δύση για άλλα 1000 χρόνια, η Υπατία έγινε σύμβολο του τέλους της αρχαίας επιστήμης. Μετά την Υπατία ήρθε το χάος και ο βαρβαρισμός των Σκοτεινών Χρόνων.

 

   Ο Θάνατος της : Το ότι η Υπατία ανακατεύτηκε στα πολιτικά θέματα της Αλεξάνδρειας είναι αδιαμφισβήτητο. Σαν παγανίστρια, που ασπάστηκε την ελληνική επιστημονική σκέψη και σαν πολιτικό πρόσωπο με επιρροή, η Υπατία βρέθηκε σε πολύ επικίνδυνη θέση σε μια όλο και πιο χριστιανική πόλη. Το 412 ο Κύριλλος, ένας φανατικός χριστιανός, έγινε Πατριάρχης της Αλεξάνδρειας και μεγάλη εχθρότητα αναπτύχθηκε μεταξύ του Κυρίλλου και του Ορέστη, του Ρωμαίου Κυβερνήτη της Αιγύπτου, ενός παλιού μαθητή και καλού φίλου της Υπατίας. Αμέσως μόλις πήρε την εξουσία, ο Κύριλλος άρχισε να διώκει τους Εβραίους, διώχνοντας χιλιάδες από αυτούς από την πόλη. Έπειτα, παρά τη σφοδρή αντίθεση του Ορέστη, έστρεψε την προσοχή του στο να καθαρίσει την πόλη από του νεοπλατωνιστές. Αγνοώντας τις εκκλήσεις του Ορέστη, η Υπατία αρνήθηκε να απαρνηθεί τις ιδέες της και να ασπασθεί το Χριστιανισμό.

 

   Ο Κύριλλος, ο οποίος αργότερα αναγορεύτηκε ο πατέρας τους δόγματος της Χριστιανικής Τριάδας και αγιοποιήθηκε για το ζήλο του έβλεπε στην Υπατία μια συνεχή απειλή για τη διάδοση της Χριστιανικής πίστης, ο Κύριλλος, τουλάχιστον έμμεσα, ήταν η αιτία του τραγικού της θανάτου. Παρά κάθε επόμενη προσπάθεια να τον απαλλάξουν από το στίγμα του δολοφόνου, το αδιαμφισβήτητο γεγονός παραμένει ότι δεν έκανε καμία προσπάθεια να αποτρέψει το αποτρόπαιο και βίαιο έγκλημα. Το μόνο ελαφρυντικό που μπορεί κανείς να προσφέρει σαν υπεράσπισή του είναι το ότι, τυφλωμένος από τη μανία του φανατισμού, ο Κύριλλος θεωρούσε την Υπατία ως μάγισσα εκπρόσωπο του Κακού. Οι δολοφόνοι της Υπατίας ήταν Παραβολικοί, φανατικοί μοναχοί της Εκκλησίας του Αγ. Κυρίλλου της Ιερουσαλήμ, πιθανώς υποβοηθούμενοι από Νιτριανούς μοναχούς. Το αν ο Κύριλλος διέταξε ο ίδιος το φόνο παραμένει ανοικτό ερώτημα. Πάντως, δημιούργησε το λιγότερο το πολιτικό κλίμα που επέτρεψε μια τέτοια θηριωδία. Ο Κύριλλος αργότερα ονομάστηκε άγιος. Ο Ορέστης ανέφερε τη δολοφονία και ζήτησε από τη Ρώμη να ξεκινήσει έρευνες. Αργότερα παραιτήθηκε και έφυγε από την Αλεξάνδρεια. Η έρευνα αναβλήθηκε πολλές φορές λόγω «έλλειψης μαρτύρων» και τελικά ο Κύριλλος ισχυρίσθηκε ότι η Υπατία ήταν ζωντανή και ζούσε στην Αθήνα. Έτσι χάθηκε το 415 η μεγαλύτερη γυναίκα μύστης του αρχαίου κόσμου και μαζί της έπεσε και η Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξάνδρειας. Η μνήμη της Υπατίας πιθανώς τιμάται από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στο πρόσωπο της Αγ. Αικατερίνης της Αλεξάνδρειας. Κατά άλλους αυτή είναι διαφορετικό πρόσωπο, μια άλλη χριστιανή Αλεξανδρινή διανοούμενη που δολοφονήθηκε ένα μήνα πριν την Υπατία.

 

                                                                                                 << επιστροφή

 


 

Θαλής ο Μιλήσιος

 

Φιλόσοφος και μαθηματικός. Θεωρείται ο ιδρυτής της ιωνικής σχολής ή της σχολής της Μιλήτου, διότι έθεσε πρώτος το πρόβλημα της γενικής αρχής όλων των πραγμάτων, που για τον ίδιο ήταν το υγρό στοιχείο. Ως μαθηματικός, ο Θαλής είναι γνωστός στη στοιχειώδη γεωμετρία από το θεώρημα για τα τμήματα που φέρει το όνομά του, τα οποία τέμνονται από παράλληλες ευθείες του επιπέδου πάνω σε δύο άλλες ευθείες του και το ανάλογό του στη γεωμετρία του χώρου. Στον Θαλή οφείλονται αρκετά θεωρήματα της γεωμετρίας, όπως το θεώρημα ότι οι γωνίες της βάσης ισοσκελούς τριγώνου είναι ίσες μεταξύ τους, η γωνία που εγγράφεται σε ημικύκλιο είναι ορθή κ.ά. Επιπλέον, ο Θαλής υπήρξε σπουδαίος αστρονόμος (λέγεται ότι προέβλεψε έκλειψη του Ηλίου «καθ’ ους χρόνους συνήψαν προς αλλήλους μάχην Μηδοι τε και Λυδοί» το 585 π.Χ.) καθώς και μηχανικός (συνόδευσε τον Κροίσο σε εκστρατεία του και με κατάλληλη διοχέτευση των νερών του ποταμού Άλυος διευκόλυνε τα στρατεύματα στη διάβασή τους).

 

   Ο Θαλής κέρδισε τη βαθιά εκτίμηση των συγχρόνων του για τη σοφία του, στον τάφο του στη Μίλητο χαράχθηκε έμμετρο επίγραμμα, που άρχιζε «η ολίγον τόδε σήμα, το δε κλέος ουρανόμηκες». Δεν έγραψε κανένα σύγγραμμα εκτός από τη Ναυτική αστρολογία, που η γνησιότητά του αμφισβητείται. Πραγματοποίησε όμως σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις. Στον τομέα της γεωμετρίας, ανακάλυψε τις ακόλουθες αρχές: η διάμετρος διαιρεί τον κύκλο σε δύο ίσα μέρη, οι γωνίες που βρίσκονται στη βάση κάθε ισοσκελούς τριγώνου είναι ίσες, οι γωνίες των κορυφών είναι ίσες, όταν δοθεί η βάση και οι δύο γωνίες που σχηματίζονται από αυτή μπορεί να κατασκευαστεί το τρίγωνο. Γνώριζε τις ιδιότητες των όμοιων τριγώνων. Στον τομέα της αστρονομίας, διαπίστωσε την αιτία που προκαλεί την έκλειψη του Ηλίου και υπολόγισε το μέγεθος των διαμέτρων Ηλίου και Σελήνης σε σύγκριση με το μέγεθος των τροχιών τους. Υπέδειξε σε όσους ταξιδεύουν στη θάλασσα πως ο αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου αποτελεί τον ασφαλέστερο οδηγό για την ανεύρεση του βορρά. Διατύπωσε θεωρία για τους σεισμούς, αποδίδοντάς τους στις διαταραχές της υδάτινης μάζας, που πίστευε πως βρίσκεται κάτω από τη Γη. Οι πλημμύρες του Νείλου θεωρούσε πως προκαλούνται από τους ανέμους, οι οποίοι με τη σφοδρή πνοή τους εμποδίζουν τα νερά του ποταμού να χυθούν στη Μεσόγειο. Πρώτος παρατήρησε τα φαινόμενα του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού. Συγκεκριμένα, επισήμανε το φαινόμενο της έλξης ελαφρών σωματιδίων από το τριβόμενο ήλεκτρο. Το ήλεκτρο, που αποτελείται από απολιθωμένη ρητίνη, θεωρήθηκε πολύτιμη ύλη και χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή κοσμημάτων. Η μέθοδος της παραγωγής ηλεκτρισμού με την τριβή αναπτύχθηκε έπειτα από χιλιετίες, χάρη σε ειδικές μηχανές, τις ηλεκτροστατικές. Άλλωστε, από το ήλεκτρο πήρε την ονομασία του το φαινόμενο του ηλεκτρισμού.

 

                                                                                                         << επιστροφή

 



Ηρακλείδης Ποντικός

 

Ηρακλείδης ο Ποντικός (περ. 390 – 310 π.Χ.). Φιλόσοφος και επιστήμονας από την Ηράκλεια του Εύξεινου Πόντου. Μαθητής του Πλάτωνα και του Σπευσίππου, έγραψε έργα ηθικής, φυσικής, γραμματικής, ρητορικής καθώς επίσης ιστορικά, λογοτεχνικά και μια πραγματεία περί μουσικής. Πολλά από αυτά είναι γραμμένα με μορφή διαλόγου, κατά το πρότυπο του Πλάτωνα. Αλλά το όνομά του συνδέεται κυρίως με τις μεγαλοφυείς αστρονομικές του θεωρίες. Στο Περί των εν ουρανώ, ο Ηρακλείδης υποθέτει πράγματι ότι τα ουράνια σώματα δεν ήταν ένθετα σε κρυσταλλικές σφαίρες, σύμφωνα με τη γενικά παραδεκτή αντίληψη από την αρχαιότητα έως τον Μεσαίωνα, αλλά ισορροπούσαν στον αιθέρα. Εξήγησε επίσης τη φαινόμενη κίνηση των απλανών αστέρων με μια περιστροφική κίνηση, που συντελείται από τη Γη σε περίπου 24 ώρες γύρω από τον άξονά της από τα Δυτικά στα Ανατολικά και τέλος (αυτό είναι ίσως το σπουδαιότερο) υποστήριξε ότι η Αφροδίτη και ο Ερμής περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο, ενώ η Γη βρίσκεται στο κέντρο της περιστροφής των άλλων πλανητών. Το σύστημά του δεν βρήκε απήχηση κατά την αρχαιότητα ούτε κατά τον Μεσαίωνα, αλλά υιοθετήθηκε από τον Τυχών Μπραχέ και πιθανόν να χρησίμευσε ως βάση της θεωρίας του Κοπέρνικου.

 

                                                                                                   << επιστροφή

 


 

Εύδοξος ο Κνίδιος

 

  Αστρονόμος, μαθηματικός, μετεωρολόγος, γεωγράφος, γιατρός και φιλόσοφος. Η φήμη του ήταν πολύ μεγάλη και γι’ αυτό ονομάστηκε Εύδοξος ο Ένδοξος. Ίδρυσε την ονομαστή σχολή της Κυζίκου και δίδαξε θετικές επιστήμες στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Ίδρυσε το πρώτο επιστημονικό αστεροσκοπείο, περιέγραψε τους αστερισμούς και εισήγαγε την έννοια της ουράνιας σφαίρας. Προσπάθησε να εξηγήσει με μαθηματικό τρόπο τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων και θεωρείται ο θεμελιωτής της μαθηματικής αστρονομίας. Η πρωτοτυπία του ως γεωμέτρη αποδεικνύεται από το 5o βιβλίο του Ευκλείδη, του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται σε αυτόν. Είναι σχεδόν βέβαιο πως ο Εύδοξος είναι ο πρώτος που απέδειξε ότι ο όγκος της πυραμίδας είναι το 1/3 του γινομένου του εμβαδού της βάσης της επί το ύψος της και ότι ο λόγος των όγκων δύο σφαιρών είναι ίσος με τον λόγο των κύβων των διαμέτρων τους. Στον Εύδοξο αποδίδεται η διατύπωση και εφαρμογή ενός αξιώματος που είναι ισοδύναμο με τον γνωστό αξίωμα του Αρχιμήδη. Η σχετική πρόταση διατυπώνεται σήμερα με τον τίτλο αξίωμα των Αρχιμήδη-Ευδόξου  ως εξής (σχετικά με τους πραγματικούς αριθμούς): «για κάθε ζεύγος πραγματικών αριθμών α, β με τον α θετικό υπάρχει φυσικός αριθμός ν με να>β». Ο Εύδοξος βελτίωσε τη μέθοδο εξάντλησης του Αρχιμήδη, ο οποίος υπήρξε ο πρόδρομος του απειροστικού λογισμού.

 

                                                                                                             << επιστροφή

 


 

Αναξαγόρας

 

Φιλόσοφος. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Αθήνα, όπου και συνδέθηκε με στενή προσωπική και πνευματική φιλία με τον Περικλή. Ο δεσμός αυτός, όμως, και η μεγάλη επίδραση του φιλοσόφου στην αθηναϊκή πολιτεία προκάλεσαν το μίσος των πολιτικών αντιπάλων του Περικλή και την προσαγωγή του Αναξαγόρα σε δίκη για ασέβεια. Έγινε έτσι απαρχή διωγμού φιλοσόφων στην Αθήνα με τέτοια κατηγορία. Ύστερα από αυτό, ο Αναξαγόρας κατέφυγε στη Λάμψακο, όπου έζησε τα τελευταία του χρόνια τιμημένος.  Συνδέοντας την παράδοση της ιωνικής φιλοσοφίας με τις δοξασίες του Παρμενίδη και της ελεατικής σχολής, ο Αναξαγόρας αναζητεί ερμηνεία του φυσικού κόσμου, με την προσφυγή σε δύναμη εξωφυσική, που διεισδύει στη φύση. Η δύναμη αυτή είναι ο Νους.

 

   Ο κόσμος περιγράφεται ως μια αρχική πανσπερμία, όπου όλα τα στοιχεία βρίσκονται μαζί σε χαώδη ανάμειξη. Τα στοιχεία αυτά, χρήματα ή σπέρματα, είναι μικρότατα σωματίδια με ειδική ποιότητα, ακριβώς αντίστοιχη με τα σώματα που θα προκύψουν ώστε να μας είναι σήμερα γνωστά. Αυτό σημαίνει ο όρος ομοιομερή που συναντούμε στον Αριστοτέλη, χωρίς να είναι εξακριβωμένο αν τον μεταχειρίστηκε ο Αναξαγόρας. Στη χαώδη αυτή πανσπερμία επενεργεί ο Νους, προκαλώντας μια αρχική κίνηση διάκρισης και ανασύνθεσης. Γεννιούνται έτσι τα συγκεκριμένα φυσικά στοιχεία και σώματα, που υιοθετούν τον χαρακτήρα και την ονομασία τους από το στοιχείο που υπερέχει σε κάθε περίπτωση, χωρίς ποτέ όμως να είναι μοναδικό, γιατί σε όλα τα σώματα υπάρχουν όλα τα σπέρματα. Δεν υπάρχει λοιπόν στην κυριολεξία γένεση και φθορά, αλλά σύνθεση και διαχωρισμός, σύμμειξη και διάκριση: «ουδέν γαρ χρήμα γίνεται ουδέ απόλλυται, αλλ’ από εόντων χρημάτων συμμίσγεταί τε και διακρίνεται και ούτως αν ορθώς καλοίεν το τε γίγνεσθαι συμμίσγεσθαι και το απόλλυσθαι διακρίνεσθαι», είναι η κλασική διατύπωση του Αναξαγόρα.

 

   Από τον διαχωρισμό των στοιχείων προήλθε πρώτα ο πλατύς δίσκος της Γης, κάτω, και η φωτιά ή αιθέρας, άνω, με τον αέρα ανάμεσά τους. Με απόσπαση από τη Γη προέκυψαν ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, όλα διάπυρα από τον αιθέρα, ενώ η Γη, μετά την αποξήρανσή της από τον ήλιο, παρουσίασε στην επιφάνειά της μείγματα υγρού, θερμού και γεώδους, τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά. Η γνώση μας για τα πράγματα προέρχεται από τα αντίθετα, π.χ. το μαύρο το γνωρίζουμε με το λευκό που περιέχουμε, το γλυκό με το πικρό κλπ. Δεν διακρίνουμε όμως παρά το επικρατέστερο στοιχείο σε κάθε πράγμα, διαμέσου των αντιθέτων, και όχι το όλο, που τα περιέχει όλα σε διάφορους βαθμούς, γι’ αυτό η αντιληπτική γνώση είναι μόνο σχετική. Και για τον Αναξαγόρα λοιπόν, όπως και για τους προηγούμενους φιλοσόφους της Ιωνίας, δεν συμπίπτει αισθητό και υλικό, χωρίς να φεύγουμε αναγκαστικά από το επίπεδο του υλικού όταν φτάνουμε στο νοητό. Ο Αναξαγόρας όμως έχει εισαγάγει την ιδέα του Νου, πέρα και από τη νοητή φύση της ύλης.

 

   Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης θα τον κατηγορήσουν για ασυνέπεια, ο πρώτος επειδή εγκαταλείπει την ερμηνευτική χρήση του Νου στη μελέτη των μερικότερων φαινομένων, ο δεύτερος γιατί ο Νους του Αναξαγόρα χρησιμοποιείται από τον εισηγητή του μόνο όταν εξαντληθούν άλλες φυσικές ερμηνείες, ως από μηχανής θεός. Πράγματι, η έννοια του Νου του Αναξαγόρα παρουσιάζει προβλήματα, ενώ είναι η κυριότερη πρωτοτυπία του. Ο Νους δεν είναι δημιουργός ούτε της ύλης ούτε των ποιοτήτων που προϋπάρχουν στα σπέρματα. Είναι ρυθμιστής, προκαλεί την κίνηση που φέρνει σε συνένωση τα όμοια. Δεν είναι όμως θεός με θέληση και σκοπούς στην ενέργειά του ή συνείδηση του εαυτού του. Ο ρόλος του περιορίζεται σε μια αρχική ώθηση, που θέτει σε κίνηση δυνάμεις όχι δικές του. Συγχρόνως όμως ενυπάρχει παντού, σε διάφορους βαθμούς. Στην ενύπαρξή του στον άνθρωπο οφείλεται και η ανθρώπινη νοητικότητα που αποτελεί απλή διάκριση βαθμού στα πλαίσια μιας παγκόσμιας νοητικότητας. Συγκεντρώνοντας στη φιλοσοφία του τόσο την ανατολική, ιωνική παράδοση, όσο και το πνεύμα της δυτικής ελεατικής διδασκαλίας, ο Αναξαγόρας περικλείει στο σύστημά του τα σπέρματα και της πλατωνικής μεθέξεως των πραγμάτων στην ιδέα και της αριστοτελικής διάκρισης μεταξύ δυνάμει και ενεργεία όντος, ακόμα και μιας πανθεϊστικής αντίληψης που θα γνώριζε συνέχειες διαφόρων μορφών στους μεταγενέστερους αιώνες. Αν και δεν παρουσιάζει για τη σύγχρονη σκέψη ουσιώδη στοιχεία αναγωγής στη φιλοσοφία του, αποτελεί όμως κέντρο μεγάλης φιλοσοφικής περιφέρειας, ουσιώδη σταθμό της ιστορίας του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, γι’ αυτό και είχε ευρύτερη απήχηση.

 

                                                                                              << επιστροφή

 


 

Αρίσταρχος ο Σάμιος

 

Αστρονόμος και μαθηματικός. Είναι ονομαστός για τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για τον προσδιορισμό της σχέσης των αποστάσεων του Ήλιου και της Σελήνης από τη Γη. Η μέθοδος αυτή, σωστή σε γενικές γραμμές και η καλύτερη κατά την αρχαιότητα, απαιτούσε την εκτέλεση ακριβέστατων μετρήσεων για να προκύψουν σωστά αποτελέσματα. Γι’ αυτό η τιμή (19) που βρήκε ο Αρίσταρχος είναι αρκετά διαφορετική από τη σημερινή (388). Πάντως ο Αρίσταρχος με την τιμή που βρήκε επιχείρησε να προσδιορίσει και τη σχέση μεταξύ της διαμέτρου του Ήλιου και της διαμέτρου της Γης βρίσκοντας πως η διάμετρος του Ήλιου είναι 6-7 φορές μεγαλύτερη, ενώ από τους μεταγενέστερους υπολογισμούς έχει προκύψει πως είναι 109 φορές μεγαλύτερη. Ο Αρίσταρχος πρώτος υποστήριξε ότι ο Ήλιος είναι το κέντρο του σύμπαντος και πως η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της, ερμηνεύοντας με την κλίση του γήινου άξονα τον κύκλο των εποχών του έτους. Γι’ αυτές του τις απόψεις ο στωικός Κλεάνθης τον κατηγόρησε για ασέβεια. Από τα έργα του σώθηκε το Περί μεγεθών και αποστημάτων Ηλίου και Σελήνης.

 

                                                                                            << επιστροφή

 


 

Πτολεμαίος Κλαύδιος

 

Έλληνας αστρονόμος, μαθηματικός, γεωγράφος της αλεξανδρινής εποχής, ένας από τους μεγαλύτερους της αρχαιότητας. Με τις μελέτες και τα συγγράμματά του, ο Πτολεμαίος. συστηματοποίησε την ελληνική αστρονομία και προσέφερε τόσο σημαντική συμβολή σε όλους τους κλάδους της γνώσης και της τεχνικής ώστε επηρέασε την επιστημονική σκέψη μέχρι τον 16o αι.

 

   Για τη ζωή του δεν γνωρίζουμε πολλά, φαίνεται όμως ότι ανήκε σε πλούσια οικογένεια και ταξίδεψε αρκετά. Έγραψε πολλά βιβλία, από τα οποία σπουδαιότερα θεωρούνται το Περί αvαλήμματος, που αποτελεί συλλογή μεθόδων και κανόνων για την κατασκευή ηλιακών ωρολογίων, στο Άπλωσις επιφανείας πραγματεύεται τους τρόπους προβολής για την κατασκευή σφαιρικών και επίπεδων γεωγραφικών χαρτών, στην Οπτική τα φαινόμενα της όρασης, της διάθλασης και ανάκλασης του φωτός στο γυαλί και στο νερό, στο Περί πλανητών εκθέτει τις κυριότερες υποθέσεις για τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, τις οποίες ανέπτυξε σε άλλο σύγγραμμά του μεγαλύτερης αξίας, στα Αρμονικά βιβλία γ’ περιλαμβάνει στοιχεία από τις αρχαιότερες θεωρίες περί μουσικής, στο Γεωγραφική αφήγησις συνοψίζει τις γεωγραφικές γνώσεις με μία εισαγωγή στην έννοια των συντεταγμένων για τον προσδιορισμό των διαφόρων σημείων.

 

   Σημαντικότερο έργο του είναι η Μαθηματική σύνταξις, που έφτασε στην εποχή μας με το όνομα Αλμάγεστον (Almagest) από τον τίτλο που πήρε η αραβική μετάφραση. Πρόκειται περί μνημειώδους έργου αποτελούμενου από 13 βιβλία, στα οποία αναπτύσσεται και αποδεικνύεται η γεωκεντρική θεωρία, που τοποθετεί τη Γη στο κέντρο του μέχρι τότε γνωστού Σύμπαντος. Ο ίδιος ο Πτολεμαίος βεβαιώνει ότι μεγάλο μέρος του περιεχομένου προέρχεται από τις αστρονομικές θεωρίες του Iππάρχου από τη Νίκαια, τις οποίες όμως τακτοποίησε και συμπλήρωσε με περισσότερη ακρίβεια. Στα 2 πρώτα βιβλία μελετά τη Γη, που τη θεωρεί σφαιρική με περιφέρεια ίση προς 180.000 στάδια (περίπου 30.000 χλμ.), οι ουρανοί, κατά τον Πτολεμαίος, είναι σφαιρικοί, περιστρέφονται γύρω από τη Γη που μένει ακίνητη στο κέντρο του κόσμου και θεωρείται ως ένα απλό σημείο σε σχέση προς τις αποστάσεις των απλανών αστέρων. Στο 3ο και 4ο βιβλίο εξετάζει τον Ήλιο, τη Σελήνη και υπολογίζει τη διάρκεια του έτους και των μηνών. Αναφέρεται επίσης στην πορεία, δηλαδή στην ανωμαλία της κίνησης της Σελήνης, που την αποδίδει στην επίδραση του Ήλιου.

  

   Στο 5ο βιβλίο περιγράφει τον αστρολάβο και τις εφαρμογές του στις μετρήσεις του ουρανού, στο 6ο βιβλίο εκθέτει τη θεωρία των εκλείψεων, στο 7ο και στο 8ο περιλαμβάνεται ένας κατάλογος, παρόμοιος με του Iππάρχου, από 1.022 αστέρες, μεταξύ των οποίων και 3 διπλοί αστέρες, μεγάλη σημασία παρουσιάζει η πραγματεία του για τη μετάπτωση των ισημεριών. Τα τελευταία 5 βιβλία είναι αφιερωμένα στις θεωρίες περί πλανητών. Το γεωκεντρικό σύστημα που ο Πτολεμαίος το θέτει ως κανόνα, αντικατοπτρίζει τη σκέψη της εποχής του, που δεν ήταν ακόμα ώριμη να παραδεχτεί περισσότερο τολμηρές θεωρίες για το αστρονομικό Σύμπαν. Αρκεί να αναφερθεί ότι για να καταστεί δυνατή η διατήρηση της κυκλικής τροχιάς των ουράνιων σωμάτων, η οποία φαινόταν αντίθετη προς τα αποτελέσματα όλων των παρατηρήσεων επινοήθηκαν κινήσεις, και διατυπώθηκαν τόσο πολυσύνθετες και απίθανες υποθέσεις ώστε ήταν αδύνατη μια πρακτική παράσταση του κόσμου. Στην ασταθή και αμφίβολη αυτή κατάσταση ίσως να οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, η αιτία για την οποία επεκράτησαν οι ηλιοκεντρικές θεωρίες του Κοπέρνικου, παρά την αδιάλλακτη αντίθεση των αστρονόμων και της Εκκλησίας. Αν και ο Πτολεμαίος διέθετε πρωτόγονα, ατελή και μέτρια όργανα, οι αστρονομικές παρατηρήσεις του κατέχουν, παρ’ όλα αυτά, μέγιστο βαθμό ακριβείας, ο οποίος δικαιολογεί γιατί οι επιστημονικές αντιλήψεις του εξακολουθούσαν να γίνονται με τόσο σεβασμό αποδεκτές για 14 αιώνες. Η πλήρης έκδοση των απάντων του είναι της Βασιλείας του 1551.

 

                                                                                             << επιστροφή

 


 

Αλφόνσος

 

  Αλφόνσος Ι’ ο Σοφός (1221 – 1284). Βασιλιάς της Καστίλης και της Λεόνε (1252-84). Πολέμησε εναντίον των Αράβων και της Αραγονίας, εξελέγη βασιλιάς της Γερμανίας και επεδίωξε να γίνει αυτοκράτορας, χωρίς όμως να το πετύχει εξαιτίας της άρνησης του πάπα. Αντιμετώπισε εξέγερση του γιου του Σάντσο, που είχε ζητήσει τη βοήθεια του σουλτάνου του Μαρόκου. Προστάτης των γραμμάτων και των επιστημών, λάμπρυνε τη βασιλεία του με μεγάλα έργα. Διηύθυνε ο ίδιος προσωπικά τη σύνταξη διαφόρων έργων: Τα επτά μέρη (Siete Partidas), νομικό έργο εμπνευσμένο από το ρωμαϊκό δίκαιο, που ρύθμιζε διάφορες πλευρές της μεσαιωνικής κοινωνίας. Το γενικό χρονικό (Primera Cronica General), μια μεγάλη γενική ιστορία, με παρουσίαση του κόσμου από τη δημιουργία του έως την Καινή Διαθήκη, με πηγές την Αγία Γραφή και μια σειρά από Λατίνους και μεσαιωνικούς συγγραφείς, βιβλία γνώσης της αστρονομίας, στα οποία ακολουθεί τη διδασκαλία του Πτολεμαίου και περιέχει κατάλογο των αστέρων, τα αποκαλούμενα αλφόνσεια βιβλία των οργάνων για την κατασκευή και χρήση αστρονομικών οργάνων, καθώς και τους Αλφόνσιους Πίνακες (Tαbulas Alfonsinas), με μια μελέτη του ημερολογίου και πραγματεία περί αστρονομίας.

 

   Με τη βοήθεια του Αλφόνσου, ξεχωριστή ακμή γνώρισε η σχολή μεταφραστών του Τολέδο (Escuela de Traductores de Toledo), που έδωσε μεταφράσεις πολλών έργων, κυρίως από τα αραβικά. Ο φωτισμένος αυτός βασιλιάς καλλιέργησε επίσης και τον ποιητικό λόγο: τα Άσματα (Cantigas), μια συλλογή 420 ποιητικών συνθέσεων, περιέχουν καθαρά λυρικά ποιήματα (Cantigas Profanas) και άλλα που αφηγούνται θαύματα της Παναγίας (Cantigas de Santa Maria)· τα τελευταία αυτά ενέπνευσαν μεταγενέστερους ποιητές, όπως o Λόπε ντε Βέγκα, o Βέλεθ ντε Γκουεβάρα και ο Θορίγια. Η σύγχρονη κριτική αρνείται όμως την πατρότητα πολλών έργων σε καστιλιάνικη διάλεκτο, τα οποία οι σύγχρονοί του απέδιδαν στον ίδιο τον Αλφόνσο.

 

                                                                                              << επιστροφή

 


 

Galileo Galilei

 

Ο Γαλιλαίος θεμελίωσε με τα πειράματά του την «Κλασική Μηχανική», ενώ οι παρατηρήσεις του στους πλανήτες άνοιξαν τον δρόμο για τη σύγχρονη Αστρονομία. Γεννήθηκε στην Πίζα στις 15 Φεβρουαρίου 1564, από τους Vincenzo Galileo και Giulia degli Ammannati. Το 1581 ξεκινά τη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο της Πίζας αλλά τέσσερα χρόνια μετά, εγκαταλείπει τις σπουδές του. Μετά τη διακοπή των σπουδών του, ο Γαλιλαίος αρχίζει να μελετά φυσικές επιστήμες, χρησιμοποιώντας περισσότερο την ποσοτική πειραματική μέθοδο του Αρχιμήδη παρά την ποιοτική προσέγγιση του Αριστοτέλη. Το 1588, μετά από χρόνια επιστημονικής έρευνας και ιδιωτικής διδασκαλίας μαθηματικών, γίνεται καθηγητής μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, όπου και παραμένει για τρία χρόνια. Αυτή την περίοδο συγγράφει το «Εν κινήσει», μία αδημοσίευτη εργασία στην οποία  περιγράφει τις ιδέες του για τους νόμους της ελεύθερης πτώσης των σωμάτων.  Το 1592, το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας του προσφέρει την έδρα των μαθηματικών. Από τη θέση αυτή διδάσκει γεωμετρία και αστρονομία μέχρι το 1610. Σε αυτό το διάστημα, αναπτύσσει τη θεωρία του για τους παλιρροιακούς κύκλους ως αποτέλεσμα της ετήσιας και ημερήσιας κίνησης της Γης, δημοσιεύει τα «Cosmographia» (πραγματεία για την υδροστατική) και «Siderius Nuncius», και διεξάγει πειράματα με εκκρεμή. Ταυτόχρονα, ο Γαλιλαίος γνωρίζεται και συνδέεται με την Marina Gamba, με την οποία αποκτά δύο κόρες και ένα γιο.

 

   Εγκαταλείπει την Πάδοβα (και τη Marina Gamba) μόλις λαμβάνει πρόσκληση να αναλάβει ως Επικεφαλής Μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο της Πίζας και Φιλόσοφος και Μαθηματικός του Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης.  Κατά το δεύτερο μισό της παραμονής του στην Πάδοβα, ο Γαλιλαίος ξεκινά σοβαρές μελέτες αστρονομίας, αρχής γενομένης με την παρατήρηση μίας σουπερνόβας το 1604. Ο Γαλιλαίος ερμηνεύει τον σχηματισμό αυτού του «νέου άστρου» ως απόδειξη ότι οι ουρανοί είναι μεταβλητοί. Το 1609, τον ίδιο χρόνο που ο Κέπλερ δημοσιεύει τους πρώτους δύο νόμους της πλανητικής κίνησης, ο Γαλιλαίος κατασκευάζει το πρώτο του τηλεσκόπιο και αρχίζει να παρατηρεί τον νυχτερινό ουρανό. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, βελτιώνει συνεχώς το τηλεσκόπιο και μέχρι το τέλος του 1611, έχει ήδη ανακαλύψει τέσσερις δορυφόρους του Δία και τις φάσεις της Αφροδίτης, ενώ επιβεβαιώνει ότι η Αφροδίτη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο. Το 1614 ο Γαλιλαίος αρχίζει να εγείρει σοβαρές θρησκευτικές αντιδράσεις εξαιτίας των κοπερνίκειων ιδεών του. Ένας από τους πρώτους του αντιπάλους είναι ο Tommaso Caccini, ένας δομινικανός καλόγερος που υποστηρίζει ότι η κοπερνίκεια άποψη ότι ο Ήλιος είναι το κέντρο του σύμπαντος, είναι αιρετική. Λίγο αφότου ο Caccini καταφέρεται εναντίον του Γαλιλαίου και άλλων μαθηματικών με παρόμοιες απόψεις σε ένα κήρυγμά του, ένας άλλος δομινικανός καλόγερος, ο Niccolo Lorini, κάνει επίσημη καταγγελία στην Ιερά Εξέταση. Το 1616, μία επιτροπή ανακοινώνει στην Ιερά Εξέταση ότι η θεωρία του Κοπέρνικου είναι και επίσημα αιρετική. Ο Πάπας διατάσσει τον Γαλιλαίο να πάψει να υποστηρίζει τις κοπερνίκειες απόψεις. Όλο αυτό το διάστημα που βρίσκεται κάτω από το αυστηρό βλέμμα της Ιεράς Εξέτασης, ο Γαλιλαίος συνεχίζει την έρευνα για την κίνηση της Γης και του ηλιακού συστήματος.

 

   Το 1618 και ενώ το «ενδιαφέρον» της Ιεράς Εξέτασης για τον Γαλιλαίο έχει προσωρινά ατονήσει, η εμφάνιση τριών κομητών αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον του για το θέμα. Τον επόμενο χρόνο, γράφει μία κριτική για την ιησουΐτικη ερμηνεία των κομητών. Η αντίδραση δεν αργεί να έρθει διά χειρός του Orazio Grassi. Το 1623, λαμβάνει έγκριση για να δημοσιεύσει μία ακόμη πραγματεία ως ανταπάντηση στη διατριβή του Grassi. Το 1624, υποβάλλεται καταγγελία για την πραγματεία του, αλλά ο Γαλιλαίος αθωώνεται. Το 1630, προσπαθεί να εκδώσει το έργο του, «Διάλογος». Το τύπωμα του βιβλίου ολοκληρώνεται προτού η εισαγωγή και ο επίλογος εγκριθούν από το Βατικανό. Ο Πάπας σταματά τη διανομή του βιβλίου και ορίζει ειδική επιτροπή για να εξετάσει το ζήτημα. Η υπόθεση φθάνει τελικά στην Ιερά Εξέταση και ο Γαλιλαίος περνά από δίκη στη Ρώμη. Το 1633, ανακρίνεται επίσημα από την Ιερά Εξέταση. Αφού ομολογεί την «πλάνη» του, ο Γαλιλαίος καταδικάζεται σε κατ’ οίκον περιορισμό στη βίλα του στο Αρσέτρι για το υπόλοιπο της ζωής του. Μέσα στα επόμενα εννιά χρόνια, ο Γαλιλαίος δημοσιεύει αρκετά έργα, ενώ συνεχίζει τις προσπάθειες του να υπολογίσει το γεωγραφικό μήκος στη θάλασσα χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς τα φεγγάρια του Δία. Επιπρόσθετα στην πολυάριθμη βιβλιογραφία του, ο Γαλιλαίος κάνει εφευρέσεις. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνεται ο υδροστατικός ζυγός, μία συσκευή που μετρά το βάρος των αντικειμένων σε νερό και αέρα, προκειμένου να υπολογίζεται η ειδική τους βαρύτητα. Πέθανε στο Αρσέτρι, στις 8 Ιανουαρίου 1642. Τρεις αιώνες μετά, τo 1982, η Εκκλησία αποκατέστησε τον Γαλιλαίο, αναγνωρίζοντας το σφάλμα της για την καταδίκη του μεγάλου αστρονόμου.

                  

                                                                                              << επιστροφή

 


 

Νικόλαος Κοπέρνικος

 

Ο Κοπέρνικος γεννήθηκε στην Πολωνία το 1473 και σπούδασε αρχικά στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας, μαθηματικά και οπτική, και στη συνέχεια εκκλησιαστικό δίκαιο στην Μπολόνια. Μετά την επιστροφή του από την Ιταλία, με την παρέμβαση του θείου του, διορίστηκε ιερέας στον καθεδρικό ναό του Frauenburg, όπου και διήγε ακαδημαϊκό βίο για το υπόλοιπο της ζωής του.  Τις ώρες της ξεκούρασής του, ο Κοπέρνικος ζωγράφιζε και μετάφραζε ελληνική ποίηση στα λατινικά. Βαθμιαία αυξανόταν και το ενδιαφέρον του στην αστρονομία, μέχρι που τελικά τον κατέκτησε εξ ολοκλήρου. Διεξήγαγε τις έρευνές του μόνος του και χωρίς τυμπανοκρουσίες. Έκανε τις ουράνιες παρατηρήσεις του από ένα πυργίσκο στα τείχη του καθεδρικού ναού, διά «γυμνού οφθαλμού», καθώς έπρεπε να περάσει ένας ακόμη αιώνας μέχρι να ανακαλυφθεί το τηλεσκόπιο.

 

   Το 1530, ο Κοπέρνικος ολοκλήρωσε το σπουδαίο έργο του De Revolutionibus, στο οποίο υποστήριζε ότι η Γη περιστρεφόταν γύρω από το άξονά της κάθε μέρα και γύρω από τον Ήλιο κάθε χρόνο. Μέχρι τότε, κυριαρχούσε η θεωρία του Πτολεμαίου, σύμφωνα με την οποία η Γη αποτελούσε το κέντρο του σύμπαντος, γύρω από την οποία περιστρέφονταν όλα τα ουράνια σώματα, ενώ το ίδιο το σύμπαν ήταν ένα πεπερασμένος σφαιρικός χώρος πέρα από τον οποίο δεν υπήρχε τίποτα.  Ο Κοπέρνικος δεν βιαζόταν να δημοσιεύσει τις ιδέες του, αν και τμήματα του έργου του είχαν κυκλοφορήσει μεταξύ λιγοστών αστρονόμων. Μάλιστα, το έργο του Κοπέρνικου ίσως να μην έφτανε ποτέ στο τυπογραφείο αν δεν υπήρχε ένας νεαρός άνδρας που συνάντησε τον Δάσκαλο το 1539.  Ο Γεώργιος Ρέτικους ήταν ένας 25χρονος Γερμανός καθηγητής μαθηματικών που είχε γοητευθεί από τον 66χρονο ιερέα, αφού διάβασε μία από τις εργασίες του. Με την πρόθεση να περάσει μερικές εβδομάδες με τον Κοπέρνικο, ο Ρέτικους, εντυπωσιασμένος από τις θεωρίες του, κατέληξε να μείνει φιλοξενούμενος του Κοπέρνικου για δύο χρόνια.

 

   Ο Κοπέρνικος ήταν διστακτικός για τη δημοσίευση του έργου του, όχι τόσο γιατί ανησυχούσε μήπως η πρωτοποριακή θεωρία του θα συναντούσε την αντίδραση της Εκκλησίας, αλλά γιατί ήταν τελειομανής και δεν πίστευε ποτέ ότι το έργο του είχε ολοκληρωθεί, αν και το δούλευε για 30 χρόνια. Σύμφωνα με τον Κοπέρνικο, οι παρατηρήσεις του έπρεπε να ελεγχθούν και να επανελεγχτούν.  Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το πρωτότυπο χειρόγραφο του De Revolutionibus, ήταν χαμένο για 300 χρόνια και εντοπίστηκε στην Πράγα στα μέσα του 19ου αιώνα. Δείχνει ότι η πένα του Κοπέρνικου ήταν διαρκώς σε κίνηση, με τη μία αναθεώρηση μετά την άλλη.  Ο Κοπέρνικος πέθανε το 1543, χωρίς να μάθει ποτέ την αναταραχή που θα προκαλούσε στο μέλλον το έργο του. Ήταν εναντίον όλων των φιλοσοφικών και θρησκευτικών αρχών που κυριαρχούσαν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Η πιο σημαντική διάσταση του έργου του Κοπέρνικου ήταν ότι άλλαξε για πάντα τη θέση του ανθρώπου στο σύμπαν: ο άνθρωπος μπορούσε τώρα να πάρει τη θέση του μεταξύ των υπόλοιπων δημιουργημάτων και όχι απαραίτητα την πρωτοκαθεδρία μέσα στον φυσικό κόσμο.

 

                                                                                             << επιστροφή

 


 

Γιόχαν Κέπλερ

 

Ο Γιόχαν Κέπλερ γεννήθηκε στο Weil και πέθανε στο Regensburg. Αρχικά επιθυμούσε να σπουδάσει Θεολογία, σπούδασε όμως θετικές επιστήμες στο Τύμπινγκεν (Γερμανία) και το 1594 άρχισε να διδάσκει ως καθηγητής Μαθηματικά στο Γκρατς (Αυστρία). Το 1596 δημοσίευσε το πρώτο κοσμολογικό βιβλίο του «Mysterium Cosmographicum», με το οποίο θεμελιώνεται η υπόθεση του Κοπέρνικου για το ηλιοκεντρικό πλανητικό σύστημα.  Το 1600 μετακομίζει ο Κέπλερ στην Πράγα, όπου συνεργάζεται με τον Μπράχε και μετά το θάνατο του τελευταίου το 1601, παίρνει τη θέση του ως αυλικός αστρονόμος του αυτοκράτορα Ροδόλφου Β'. Χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα μετρήσεων του Μπράχε κατέληξε ο Κέπλερ το 1605 στο εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι η τροχιά του 'Άρη δεν ήταν κυκλική αλλά ελλειπτική. Με τους τρεις νόμους που πήραν αργότερα το όνομά του και δημοσιεύτηκαν το 1609 στο βιβλίο «Astronomia nova» και το 1619 στο βιβλίο «Harmonia mundi» εισήγαγε ο Κέπλερ την Ουράνια Μηχανική, δηλαδή την επιστήμη που περιγράφει τους νόμους κινήσεως των πλανητών γύρω από τον ήλιο).

 

   Αλλά και στην Οπτική προσέφερε ο Κέπλερ σημαντικά, διατυπώνοντας θεωρίες για τους οπτικούς φακούς και το τηλεσκόπιο με δύο κυρτούς φακούς.  Μετά το θάνατο τού αυτοκράτορα Ροδόλφου επεξεργάστηκε ο Κέπλερ μία εκτεταμένη «Πραγματεία για την Αστρονομία τού Κοπέρνικου» (1618-22), παρότι το βιβλίο του Κοπέρνικου είχε τεθεί από το 1616 στη λίστα των απαγορευμένων της καθολικής εκκλησίας και το 1627 δημοσίευσε τους λεγόμενους «Ροδόλφιους πίνακες», οι οποίοι αντικατέστησαν ουσιαστικά μετά από περίπου 1.500 χρόνια και για περίπου 200 χρόνια τους άτλαντες του Πτολεμαίου. Από το τέλος του 16ου αιώνα, ο μεγάλος Γερμανός αστρονόμος Κέπλερ, μετά την ανακάλυψη των νόμων του προσπαθούσε να βρει μήπως υπάρχει κάποια σχέση, ένας νόμος, ο οποίος να προκαθόριζε τις θέσεις των πλανητών μέσα στο χώρο του ηλιακού μας συστήματος. Σημειώνουμε ότι την εποχή του ήταν μόνο οι 6 από τους 9 πλανήτες γνωστοί. Οι Ερμής, Αφροδίτη, Γη, Άρης, Δίας και Κρόνος. Υπολογίζοντας τις αποστάσεις των πλανητών αυτών από τον Ήλιο, ο Κέπλερ βρήκε πως αυτές παίρνοντας ως μονάδα μέτρησης την απόσταση Γης - Ηλίου, είναι οι ακόλουθες: Ερμής 0,39, Αφροδίτη 0,72, Γη 1, Άρης 1,52, Δίας 5,2, και Κρόνος 9,55. Αλλά Βλέποντας την αναλογία αυτών των αποστάσεων, εύρισκε πως η απόσταση μεταξύ Άρη και Δία ήταν υπερβολικά μεγάλη, υπήρχε δηλαδή κάποιο κενό. Γι’ αυτό, κατά τη θεωρητική μελέτη του θέματος, υπολόγισε πως οπωσδήποτε μεταξύ Άρη και Δία πρέπει να υπάρχει ένας ακόμη άγνωστος πλανήτης, γι’ αυτό και έγραφε το 1596 στο σύγγραμμά του “Κοσμογραφικό Μυστήριο” τη φράση: “Μεταξύ Άρη και Δία νέον πλανήτη θέτω”. Αλλά οι σοφοί εκείνης της εποχής απέρριπταν τη γνώμη αυτή του Κέπλερ γι’ αυτό και γρήγορα ξεχάστηκε και από αυτόν ακόμη τον ίδιο.

 

   Ο Κέπλερ υποστήριξε την ηλιοκεντρική όψη του Κοπέρνικου για τον Κόσμο και αφαίρεσε την απαίτηση που υπήρχε ότι οι πλανήτες κινούνται σε κυκλικές τροχιές με σταθερές ταχύτητες. Αλλά αυτό το μοντέλο δημιουργήθηκε μόνο αφού εξάντλησε κάθε συνδυασμό κυκλικών κινήσεων που θα μπορούσε να συλλάβει. Βασίζοντας την εργασία του στις λεπτολογείς και υπερβολικά ακριβείς παρατηρήσεις που έκανε με τα μάτια του, ο Δανός αστρονόμος Tycho Brahe, ο Κέπλερ προσπάθησε περισσότερο από μια δεκαετία να ταιριάξει με τις θέσεις του Άρη με κάποιο είδος κυκλικής κίνησης. Αλλά μόνο όταν αντικατάστησε τον κύκλο με την έλλειψη, μπόρεσε να ταιριάξει τις θέσεις του Άρη στο νέο μοντέλο του, όπως και τους άλλους πλανήτες. Η ελλειπτική τροχιά ήταν ο πρώτος νόμος του Κέπλερ. Αργότερα αντιμετώπισε το πρόβλημα των μεταβολών των ταχυτήτων των πλανητών. Καθόρισε ότι ένας πλανήτης ταξιδεύει γρηγορότερα όταν έρχεται πιο κοντά στον ήλιο και κινείται πιο αργά όταν είναι πολύ μακριά από τον ήλιο (Β! νόμος). Ο τρίτος και τελικός νόμος της πλανητικής κίνησής του δίνει την ακριβή σχέση μεταξύ της απόστασης ενός πλανήτη από τον ήλιο και του χρόνου περιστροφής του.

 

                                                                                                 << επιστροφή

 


 

Ισαάκ Νεύτων

 

  Ο Νεύτων, ένα από τα σημαντικότερα πνεύματα της Φυσικής και γενικότερα των θετικών επιστημών, απέκτησε φήμη με το έργο του που δημοσιεύτηκε το 1687 «Philosophiae naturalis principia mathematica», στο οποίο παραθέτει 3 αξιώματα της Μηχανικής που διατύπωσε ο ίδιος και τον ήδη από το έτος 1666 διατυπωμένο ομώνυμο νόμο της βαρύτητας.  Αυτές οι ανακαλύψεις του μεγάλου ερευνητή αποτέλεσαν επιστημονική επανάσταση και επηρέασαν τις μετέπειτα ερευνητικές προσπάθειες σε όλους τους επιστημονικούς τομείς. Οι νόμοι του Νεύτωνα για την κίνηση συμπληρώθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα με τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, για την περίπτωση πολύ μεγάλων ταχυτήτων. Μια ακόμα ανακάλυψη του Νεύτωνα που εντυπωσίασε, αφορά τη φύση του ηλιακού φωτός ως σύνολο επιμέρους μονοχρωματικών ακτινοβολιών. Αλλά και στα Μαθηματικά είχε σημαντικές εργασίες, γνωστότερη από τις οποίες είναι το ομώνυμο διώνυμο. Με τον επίσης μεγάλο Μαθηματικό και φιλόσοφο Λάιμπνιτς ήρθε ο Νεύτων σε σύγκρουση για τα πρωτεία στην ανακάλυψη του Διαφορικού Λογισμού, τον οποίο, όπως σήμερα γνωρίζουμε, ανακάλυψαν και οι δύο παράλληλα και ανεξάρτητα.   

 

   Ο Νεύτων ήταν στους σύγχρονούς του ελάχιστα αγαπητός, λόγω ιδιοτροπιών και του αυταρχικού του χαρακτήρα. Μετά τα 70 χρόνια του ανέλαβε τη διοίκηση του βρετανικού νομισματοκοπείου, το οποίο είχε και αρμοδιότητα για τη δίωξη των παραχαρακτών, μέχρι την επιβολή και της θανατικής ποινής. Ο Νεύτων φρόντιζε να επιβάλλεται σχεδόν πάντα αυτή η ποινή και υπέγραφε όλες τις εντολές εκτελέσεως, χωρίς ποτέ να δεχτεί μετατροπή της σε μακροχρόνια φυλάκιση.  Λιγότερο γνωστός είναι ο Νεύτων για τις αστρολογικές και αλχημιστικές μελέτες και για τη θρησκοληψία του. Πίστευε κατά λέξη όλα τα ιερά βιβλία και προσπαθούσε επί 50 χρόνια να «υπολογίσει», όπως δείχνουν εκτεταμένα κείμενα και σημειώσεις που βρέθηκαν μετά το θάνατό του (περί τις 4.500 σελίδες), πότε θα γίνει η δεύτερη παρουσία που επαγγέλλεται η Καινή Διαθήκη. Κάποια στιγμή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό θα συμβεί το έτος 2060 και ότι τότε θα αρχίσει η χιλιετής βασιλεία των αγίων! Ο Νεύτων προέβλεψε στα γραπτά για τον εαυτό του μια θέση ανάμεσά τους... Για να κατανοήσει κάποιος τη βαρύτητα της κρυφής αυτής πλευράς του Άγγλου επιστήμονα, αξίζει να αναφέρουμε ότι από το σύνολο του έργου του που αριθμεί 10 εκατομμύρια λέξεις, τα 4 εκατομμύρια λέξεις αφορούν σε θεολογικά κείμενα και άλλο ένα εκατομμύριο λέξεις είναι αλχημικά κείμενα.

 

   Όλα αυτά τα χρόνια η πιο βαθιές και εσωτερικές μελέτες και απόψεις του Νεύτων έμειναν στην αφάνεια, καθώς φαίνεται ότι δεν ταίριαζαν με τις επιστημονικές απόψεις της σύγχρονης σκέψης.  Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, τον περισσότερο χρόνο του τον αφιέρωσε στα θεολογικά του συγγράμματα, από τα οποία ξεχωρίζουν τα χειρόγραφά του για την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, όπως αυτά για την «πόρνη της Βαβυλώνας» και τα τέρατα με τα δύο ή τα δέκα κέρατα. Βλέποντας αναλυτικά τις θεολογικές απόψεις του Νεύτων, θα τις βρει κανείς αρκετά αντί-καθολικές, ενώ παράλληλα φαίνεται εμμένει να αναφέρεται στον «Ένα και Μοναδικό Πατέρα Θεό» απορρίπτοντας το δόγμα της Αγ. Τριάδας. Επίσης ασκεί αυστηρή κριτική στη πρώιμη εκκλησιαστική ιστορία (μεταξύ 3ου και 5ου αιώνα), κατά την οποία θεωρεί ότι ο Χριστιανισμός έχασε τις βάσεις του. Πολύ πιθανόν αυτές οι «επικίνδυνες» απόψεις του να έκαναν κάποιους να υποστηρίξουν την κατάσταση «γεροντικής άνοιας» του συγγραφέα. Πάντως σίγουρα αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Άγγλος επιστήμονας και φιλόσοφος δεν επιδείκνυε το έργο του στο ευρύ κοινό, αλλά φρόντιζε να το κρατάει μυστικό, διακινώντας τις απόψεις του σε πολύ κλειστούς κύκλους στην Αγγλία ή έξω από αυτήν. 

 

   Μέσα από την παρουσίαση του συνόλου του έργου του Νεύτων φαίνεται ότι το να χαρακτηριστεί απλά «επιστήμονας» είναι «λίγο» αν όχι ανακριβές. Στην πραγματικότητα ο Νεύτων ήταν ένας «φυσικός φιλόσοφος», ένας διανοητής που πάσχισε να ανακαλύψει τα μυστικά της φύσης, χωρίς να διαχωρίζει τον άνθρωπο και τη Φύση, από τον Θεό - όπως κάνει σε γενικές γραμμές η επιστήμη των τελευταίων αιώνων.  Το φάσμα των ενασχολήσεών του ταιριάζει περισσότερο με αυτό των προσωκρατικών φιλοσόφων και καθόλου με αυτό ενός σύγχρονου «επιστήμονα», αποκαλύπτοντας έτσι και τις ρίζες και το αληθινό νόημα των όρων «Φιλοσοφία» και «Επιστήμη». Με άλλα λόγια η Φιλοσοφία για τον Νεύτων δεν ήταν ακόμα μία - θεωρητική - επιστήμη, αλλά η ίδια η αναζήτηση της Σοφίας, που αγκαλιάζει και συνθέτει κάθε ακτίνα του ανθρώπινου πνεύματος, όπως η επιστήμη και η θρησκεία.

 

                                                                                              << επιστροφή

 


 

Max Planck

 

Ήταν πριν 100 χρόνια όταν ο Max Planck δημοσίευσε μια εργασία η οποία γέννησε την μετέπειτα κβαντομηχανική, έτσι τουλάχιστον λέει η ιστορία. Η ιστορία αποκαλύπτει, όμως, ότι ο Planck δεν αναγνώρισε αμέσως τις συνέπειες της εργασίας του και ξεκίνησε τη νέα επιστημονική επανάσταση αντίθετα προς τη θέλησή του. Γεννημένος το 1858, και γιος ενός καθηγητή του δικαίου, ο Planck έγινε καθηγητής φυσικής στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1889. Η διδακτορική του διατριβή από το πανεπιστήμιο του Μονάχου ήταν πάνω στον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο, ο οποίος αποτέλεσε και θέμα πολλών δημοσιεύσεών του μέχρι το 1905. Οι σκέψεις του Planck επικεντρώνονταν στην ιδέα της εντροπίας και πως θα κατανοήσουμε την μη αντιστρεπτότητα στη βάση της διατύπωσης του δεύτερου νόμου με τη γλώσσα της εντροπίας. Στα 1890 η συζήτηση για το δεύτερο νόμο επικεντρώθηκε στη στατιστική ή πιθανοκρατική ερμηνεία την οποία ο Ludwig Boltzmann πρότεινε στην αρχική της μορφή το 1872 και την επεξέτεινε το 1877. Σύμφωνα με την μοριακή-μηχανιστική ερμηνεία του Boltzmann, η εντροπία ενός συστήματος είναι το συλλογικό αποτέλεσμα των μοριακών κινήσεων. Ο δεύτερος νόμος έχει μόνο στατιστική ισχύ.

 

   Η θεωρία του Βoltzmann η οποία προϋπέθετε την ύπαρξη ατόμων και μορίων αμφισβητήθηκε από τον Wilhelm Ostwald και άλλους «ενεργητικολόγους» που ήθελαν να απαλλάξουν τη φυσική από τη χρήση εννοιών όπως τα άτομα και μόρια και να την θεμελιώσουν στην ενέργεια και στα συναφή μεγέθη.   Ποια ήταν η θέση του Planck σ’ αυτή τη διαφωνία; Κανείς θα περίμενε ότι θα έπαιρνε το μέρος των νικητών, ή τέλος πάντων αυτών που σύντομα αποδείχτηκαν νικητές δηλαδή του Boltzmann και των ατομιστών. Αλλά δεν συνέβη έτσι. Η πίστη του Planck στην απόλυτη ισχύ του δεύτερου νόμου τον έκανε όχι μόνο να απορρίψει την στατιστική άποψη του Boltzmann για την θερμοδυναμική αλλά επίσης να αμφισβητήσει την ατομική υπόθεση στην οποία στηριζόταν. Ήδη από το 1882 ο Planck συμπέρανε ότι η ατομική δομή της ύλης ερχόταν σε αντίθεση με τον νόμο της αύξησης της εντροπίας. Είχε προβλέψει ότι: «Θα υπάρξει μια σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο υποθέσεων που θα κάνει τη μια από τις δύο να σβήσει».  Όσο για το αποτέλεσμα της διαμάχης έγραψε ότι: « Παρά την μεγάλη επιτυχία της ατομικής θεωρίας στο παρελθόν, τελικά θα πρέπει να την εγκαταλείψουμε και να ταχθούμε υπέρ της υπόθεσης της συνεχούς δομής της ύλης.» Παρόλα αυτά η αντίθεση του Planck στον ατομισμό εξασθένισε κατά τη δεκαετία του 1890 καθώς αναγνώρισε τη δύναμη της υπόθεσης και την ενοποίηση που θα έφερνε σε μια πληθώρα φυσικών και χημικών φαινομένων.

 

   Η στάση του όμως προς τον ατομισμό παρέμεινε σκεπτικιστική και συνέχισε να δίνει προτεραιότητα στη μακροσκοπική θερμοδυναμική και να αγνοεί τη στατιστική θεωρία του Boltzmann. Πράγματι το 1895 ήταν έτοιμος να συμμετάσχει σε ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα για να διερευνηθεί η αντιστρεπτότητα με ένα μοντέλο της μικρομηχανικής ή της μικροηλεκτροδυναμικής που δεν θα περιείχε εκπεφρασμένα την ατομική υπόθεση. Το πρόγραμμα αυτό δεν εξέφραζε μόνο το βαθύ ενδιαφέρον του Planck στην έννοια της εντροπίας αλλά επίσης έδειχνε την αριστοκρατική του στάση προς τη φυσική: Εστίαζε την προσοχή του στις θεμελιώδεις όψεις και περιφρονούσε τις πιο πεζές και εφαρμοσμένες ιδέες. Η εμμονή του στην εντροπία την οποία συμμερίζονταν μόνο λίγοι φυσικοί, δεν εμφανιζόταν να είναι κεντρικής σημασίας ή ότι εξασφαλίζει ουσιώδη αποτελέσματα. Και όμως γι αυτόν συνέχιζε να είναι.

 

   Ακτινοβολία μέλανος σώματος.  Από τη σκοπιά του Planck και των συγχρόνων του, ήταν φυσικό να αναζητείται μια εξήγηση του νόμου της εντροπίας στην ηλεκτροδυναμική του Maxwell. Εν πάσει περιπτώσει η θεωρία του Maxwell ήταν θεμελιώδης και υποτίθετο ότι ερμήνευε τη συμπεριφορά των μικροσκοπικών ταλαντωτών που παράγουν την ακτινοβολούμενη θερμότητα από ένα μαύρο σώμα. Ο Planck αρχικά πίστευε ότι είχε δικαιολογήσει την μη αντιστρεψιμότητα της διαδικασίας ακτινοβολίας μέσω της έλλειψης συμμετρίας ως προς το χρόνο στις εξισώσεις του Maxwell. Δηλαδή ότι οι νόμοι της ηλεκτροδυναμικής διακρίνουν μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, μεταξύ χρόνου που κυλάει προς τα εμπρός και χρόνου που κυλάει προς τα πίσω. Όμως το 1897 ο Boltzmann κατέρριψε αυτό το επιχείρημα. Ο Boltzmann έδειξε ότι η ηλεκτροδυναμική δεν εξασφαλίζει “βέλος του χρόνου” περισσότερο από ότι η μηχανική. Ο Planck έπρεπε να βρει άλλο δρόμο για να δικαιολογήσει την μη αντιστρεπτότητα. Η μελέτη της ακτινοβολίας του μέλανος σώματος είχε ξεκινήσει το 1859, όταν ο Robert Kirchhoff , ο προκάτοχος της έδρας του Planck στο Βερολίνο σχολίαζε ότι αυτή η ακτινοβολία ήταν θεμελιώδους φύσης.

 

   Την δεκαετία του 1890 αρκετοί πειραματικοί και θεωρητικοί φυσικοί ερευνούσαν την φασματική κατανομή της ακτινοβολίας. Σημαντική πρόοδος είχε επιτελεσθεί το 1896 όταν ο Wien βρήκε ένα μαθηματικό νόμο που ήταν σε συμφωνία με τις ακριβείς μετρήσεις που εκτελούνταν στο Physikalisch-Technische Reichsanstalt στο Βερολίνο. Ο νόμος του Wien εστερείτο όμως μιας ικανοποιητικής θεωρητικής βάσης και γι αυτόν τον λόγο δεν έγινε αποδεκτός από τον Planck. Είναι σημαντικό ν’ αναφερθεί ότι η μη ικανοποίηση του Planck δεν οφειλόταν στον ίδιο τον τύπο του Wien τον οποίο αποδεχόταν πλήρως αλλά στον τρόπο παραγωγής του από τον Wien. Ο Planck δεν ενδιαφερόταν να παράγει έναν σωστό μεν αλλά εμπειρικό νόμο, αλλά να θεμελιώσει μια ισχυρή απόδειξη του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πίστευε, ότι θα μπορούσε να δικαιολογήσει το νόμο της εντροπίας. Οδηγημένος από την κινητική θεωρία των αερίων του Boltzmann, ο Planck διατύπωσε ότι αποκαλούσε «αρχή στοιχειωδών διαταραχών» η οποία δεν στηριζόταν ούτε στην μηχανική ούτε στην ηλεκτροδυναμική. Την χρησιμοποίησε για να ορίσει την εντροπία ενός ιδανικού ταλαντωτή (δίπολου) αλλά ήταν προσεκτικός να μην ταυτίσει τέτοιους ταλαντωτές με συγκεκριμένα άτομα ή μόρια. Το 1899 ο Planck βρήκε μια έκφραση για την εντροπία των ταλαντωτών από την οποία πρόκυπτε ο νόμος του Wien. Ο νόμος αυτός που μερικές φορές αναφέρεται σαν νόμος των Wien-Planck είχε πια αποκτήσει μια θεμελιώδη υπόσταση. Ο Planck ήταν ικανοποιημένος. Τελικά, ο νόμος είχε το πρόσθετο πιστοποιητικό ότι συμφωνούσε θαυμάσια με τις μετρήσεις. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν.

 

   Διαφωνία με τη θεωρία  Η αρμονία μεταξύ θεωρίας και πειράματος δεν διάρκεσε πολύ. Προς κατάπληξη του Planck, τα πειράματα που εκτελέστηκαν στο Βερολίνο έδειξαν ότι ο νόμος των Wien-Planck δεν περιγράφει σωστά το φάσμα στις πολύ χαμηλές συχνότητες. Κάτι πήγαινε λάθος, και ο Planck έπρεπε να επιστρέψει στο γραφείο του για να ψάξει γιατί η φαινομενικά σωστή απόδειξη παρήγαγε ένα λανθασμένο αποτέλεσμα. Το πρόβλημα του φαινόταν ότι βρισκόταν στον ορισμό της εντροπίας του ταλαντωτή. Με μια αναθεωρημένη έκφραση για την εντροπία ενός απλού ταλαντωτή, ο Planck πέτυχε ένα νέο νόμο της φασματικής κατανομής την οποία παρουσίασε σε μια συνάντηση της Ένωσης Γερμανών Φυσικών στις 19 Οκτωβρίου του 1900.  Τον Νοέμβριο του 1900 ο Planck αναγνώρισε ότι η καινούργια του έκφραση για την εντροπία μετά δυσκολίας θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι περισσότερο από μια φιλόδοξη μαντεψιά. Για να εξασφαλίσει μια πιο θεμελιώδη απόδειξη στράφηκε τώρα στην πιθανοκρατική ερμηνεία του Boltzmann για την εντροπία την οποία μέχρι τότε είχε αγνοήσει. Αλλά αν και ο Planck τώρα υιοθέτησε την άποψη του Boltzmann, δεν συμμερίστηκε πλήρως τη σκέψη του Αυστριακού φυσικού. Παρέμεινε πεπεισμένος ότι ο νόμος της εντροπίας ήταν απόλυτος και όχι πιθανοκρατικός, κι έτσι επανερμήνευσε την θεωρία του Boltzmann με τον δικό του μη πιθανοκρατικό τρόπο.

 

    Ένας συντηρητικός επαναστάτης  Αν συνέβη μια επανάσταση στη φυσική τον Δεκέμβριο του 1900, κανένας δεν φάνηκε να το παρατήρησε. Ο Planck δεν αποτελούσε εξαίρεση, και η σημασία που αποδόθηκε στη δουλειά του οφείλεται κυρίως σε ιστορική ανακατασκευή.  Αν και ο νόμος ακτινοβολίας του Planck έγινε γρήγορα αποδεκτός, αυτό που θεωρούμε εμείς σήμερα ως την κύρια πνευματική συνεισφορά του, δηλαδή την βάση για την κβάντωση της ενέργειας μόλις που παρατηρήθηκε στην εποχή του. Πολύ λίγοι φυσικοί εξέφρασαν ενδιαφέρον για την απόδειξη του τύπου του Planck, και κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών του 20ου αιώνα κανείς δεν θεωρούσε ότι τα αποτελέσματά του έρχονταν σε αντίθεση με τα θεμέλια της κλασσικής φυσικής. Όσο για τον ίδιο τον Planck αγωνίστηκε σκληρά για να κρατήσει τη θεωρία του στο στέρεο έδαφος της κλασσικής φυσικής που αγαπούσε τόσο πολύ. Σαν τον Κοπέρνικο, ο Planck έγινε ένας επαναστάτης ενάντια στη θέλησή του.       Ο Planck ήταν το αρχέτυπο του κλασσικού νου, ένα ευγενές προϊόν του καιρού του και του πολιτισμού του. Σε όλη τη διακεκριμένη καριέρα του ως φυσικός και αξιωματούχος του χώρου των επιστημών, διατήρησε την άποψη ότι ο τελικός σκοπός της επιστήμης ήταν μια ενοποιημένη εικόνα του κόσμου εδραιωμένη σε απόλυτους και παγκόσμιους επιστημονικούς νόμους. Πίστευε σταθερά ότι τέτοιοι νόμοι υπήρχαν και ότι ανακλούσαν τους εσωτερικούς μηχανισμούς της φύσης, δηλαδή μια αντικειμενική πραγματικότητα, όπου οι ανθρώπινες σκέψεις και πάθη δεν είχαν θέση. Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής ήταν πάντα το αγαπημένο του παράδειγμα για το πώς μπορεί προοδευτικά ένας νόμος της φυσικής να ελευθερωθεί από ανθρωπομορφικές συσχετίσεις και να μετατραπεί σε ένα καθαρά αντικειμενικό και παγκόσμιο νόμο.

 

   Μετά το 1900 ο Planck αναγνώρισε τον πιθανοκρατικό νόμο της εντροπίας του Boltzmann ως πολύ σημαντικό και θεμελιώδη, αλλά γρήγορα σταμάτησε να παραδέχεται το κεντρικό του μήνυμα, ότι υπάρχει μια πεπερασμένη πιθανότητα (έστω και αν αυτή είναι εξαιρετικά μικρή) να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου η εντροπία ενός μονωμένου συστήματος. Μόνο γύρω στο 1912 αυτός εγκατέλειψε τους τελευταίους ενδοιασμούς και παραδέχτηκε την πλήρως στατιστική φύση του δευτέρου νόμου. Όσον αφορά την κβαντική ασυνέχεια, το κρίσιμο χαρακτηριστικό ότι η ενέργεια δεν μεταβάλλεται συνεχώς αλλά με «άλματα» πίστευε για πολύ χρόνο ότι αυτό ήταν μια μαθηματική υπόθεση, μια τεχνητή επινόηση η οποία δεν αναφερόταν σε πραγματικές ανταλλαγές ενέργειας μεταξύ της ύλης και της ακτινοβολίας. Από αυτή την άποψη δεν υπήρχε λόγος να υποπτευθεί μια κατάρρευση των νόμων της κλασσικής μηχανικής και της ηλεκτροδυναμικής. Το ότι ο Planck δεν έβλεπε τη θεωρία του σαν μια ριζική απαγκίστρωση από την κλασσική φυσική φαίνεται επίσης και από την παράξενη σιωπή του.

 

   Μεταξύ του 1901 και του 1906 δεν δημοσίευσε τίποτα απολύτως πάνω στο νόμο της ακτινοβολίας του μέλανος σώματος ή της κβαντικής θεωρίας. Μόνο γύρω στο 1908, επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από την διεισδυτική ανάλυση του Ολλανδού φυσικού Hendrik Lorentz, ο Planck στράφηκε στην άποψη ότι το κβάντο δράσης αντιπροσωπεύει ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από την κλασσική φυσική. Τα επόμενα τρία χρόνια ο Planck πείσθηκε ότι η κβαντική θεωρία σημάδεψε την αρχή ενός καινούριου κεφαλαίου στη ιστορία της φυσικής και μ’ αυτή την έννοια η φύση της θεωρίας ήταν επαναστατική. « Η υπόθεση των κβάντων δεν θα εξαφανιστεί ποτέ από τον κόσμο» δήλωσε υπερήφανα σε μια ομιλία του το 1911. «Δεν πιστεύω ότι πάω πολύ μακριά αν εκφράσω τη γνώμη ότι μ’ αυτήν την υπόθεση μπαίνουν τα θεμέλια για την κατασκευή μιας θεωρίας η οποία κάποια μέρα προορίζεται να φωτίσει τα γρήγορα και λεπτά γεγονότα του μοριακού κόσμου με καινούριο φως.»

 

                                                                                            << επιστροφή

 


 

Άλμπερτ Αϊνστάιν

 

  Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, μία από τις πιο δημιουργικές διάνοιες της ανθρώπινης ιστορίας, ήταν φυσικός γερμανό-εβραϊκής καταγωγής, που το 1940 πολιτογραφήθηκε Αμερικανός. Γεννήθηκε στην Ουλμ της Γερμανίας το 1879 και πέθανε στο Πρίνστον των ΗΠΑ το 1955. Στα πρώτα 15 χρόνια του 20ού αιώνα ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ανέπτυξε μία σειρά από θεωρίες που διακήρυξαν, για πρώτη φορά, την ισοδυναμία της μάζας προς την ενέργεια ενώ, ταυτόχρονα, έδωσαν εντελώς νέο περιεχόμενο στις έννοιες του χώρου, του χρόνου και της βαρύτητας. Οι θεωρίες του δεν ήταν παρά μια βαθιά αναθεώρηση της παλαιάς Νευτώνειας Φυσικής και αποτέλεσαν επανάσταση για την επιστημονική και φιλοσοφική έρευνα.
Νεότητα και σπουδές

 

   Το 1880 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Μόναχο όπου ο πατέρας του, Χέρμαν Αϊνστάιν και ο θείος του Γιάκομπο Αϊνστάιν άνοιξαν ένα μικρό ηλεκτρομηχανολογικό εργαστήριο. Στο Μόναχο ο Άλμπερτ πέρασε τα παιδικά του χρόνια και εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα σε πολύ αυστηρά σχολεία. Η σχεδόν στρατιωτική πειθαρχία της γερμανικής παιδείας του 19ου αιώνα δεν ταίριαζε φαίνεται στον φιλελεύθερο χαρακτήρα του, γεγονός που καθρεφτίζεται στο ότι δεν έδειξε καμία ιδιαίτερη επίδοση στο Λύκειο. Παράλληλα με τις άλλες σπουδές του και με την αυταρχική επιμονή της μητέρας του, ο Αϊνστάιν σπούδασε μουσική και παρ’ ότι έπαιζε μόνο για ξεκούραση έγινε ένας ολοκληρωμένος βιολιστής.

 

   Στα παιδικά του χρόνια δύο άνθρωποι επέδρασαν σημαντικά στη διαμόρφωση της σκέψης του Άλμπερτ. Ο θείος του Γιάκομπ που τον ενέπνευσε αποκαλύπτοντάς του όλη τη γοητεία των Μαθηματικών και ο θείος του Σεζάρ Κωχ που του εμφύτευσε μια, αδηφάγα μπορεί να πει κανείς, περιέργεια για την επιστήμη. Στα δώδεκά του χρόνια ο Αϊνστάιν αποφάσισε να αφιερωθεί στην επίλυση του γρίφου που λέγεται «σύμπαν». Τρία χρόνια αργότερα, με πολύ χαμηλούς βαθμούς στην Ιστορία, τη Γεωγραφία και τις ξένες γλώσσες, εγκατέλειψε το σχολείο του, χωρίς να πάρει απολυτήριο, και πήγε στο Μιλάνο να συναντήσει την οικογένειά του, που πρόσφατα είχε μεταναστεύσει, γιατί οι δουλειές του πατέρα του δεν πήγαιναν καλά.

 

   Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν συνέχισε τις σπουδές του στην Ελβετία, στη φημισμένη Πολυτεχνική Ακαδημία της Ζυρίχης όπου ολοκλήρωσε επιτυχώς τέσσερα χρόνια σπουδών στη Φυσική. Μετά την αποφοίτησή του, την άνοιξη του 1900, πήρε την ελβετική υπηκοότητα, δούλεψε για δύο μήνες ως καθηγητής Μαθηματικών και τέλος το 1902 προσλήφθηκε ως εξεταστής στο Ελβετικό Γραφείο Ευρεσιτεχνιών στη Βέρνη. Έχοντας εξασφαλίσει τα προς τα ζην ο Αϊνστάιν παντρεύτηκε το 1903 τη συμφοιτήτρια του Μίλεβα Μάριτς.

 

Πρώτες δημοσιεύσεις

 

   Στις αρχές του 1905 ο Αϊνστάιν δημοσίευσε στο μηνιαίο γερμανικό περιοδικό “Annalen der Physik” μια διατριβή με τίτλο: «Ένας νέος προσδιορισμός των μοριακών διαστάσεων», με την οποία απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Τέσσερα ακόμη σπουδαία άρθρα δημοσιεύθηκαν στο ίδιο περιοδικό, την ίδια χρονιά, και άλλαξαν για πάντα τη θεώρηση που είχε ο άνθρωπος για το σύμπαν. Στο άρθρο του «Μια ευρηματική θεώρηση που αφορά στην παραγωγή και τις μεταμορφώσεις του φωτός» ο Αϊνστάιν έθεσε το αξίωμα ότι το φως αποτελείται από μεμονωμένα «ποσά ενέργειας», τα οποία εκτός από την κυματική συμπεριφορά, δίνουν στο φως ορισμένες  ιδιότητες χαρακτηριστικές των σωματίων. Έτσι με μία προσπάθεια πέτυχε δύο στόχους: επανάσταση στη θεωρία του φωτός και εξήγηση, εκτός των άλλων, της εκπομπής ηλεκτρονίων από ορισμένα στερεά, όταν σε αυτά προσπίπτει φως.

 

   Η ειδική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν πρωτο-δημοσιεύθηκε με τον τίτλο «Επί της ηλεκτροδυναμικής κινουμένων σωμάτων» και είχε ως βάση ένα δοκίμιο που είχε γράψει ο Αϊνστάιν στα δεκαέξι του χρόνια. Η κεντρική ιδέα της θεωρίας ήταν ότι, αν για όλα τα συστήματα αναφοράς η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερή και αν όλοι οι φυσικοί νόμοι είναι ίδιοι, τότε τόσο ο χρόνος όσο και η κίνηση εξαρτώνται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο μετρούνται. Προχωρώντας στη μαθηματική διατύπωση της θεωρίας του, ο Αϊνστάιν δημοσίευσε το τέταρτο άρθρο του με τίτλο «Η αδράνεια ενός σώματος εξαρτάται από την ενέργειά του;». Η μαθηματική αυτή υποσημείωση στην ειδική θεωρία της σχετικότητας θεμελίωσε την ισοδυναμία μάζας και ενέργειας σύμφωνα με την οποία μία ποσότητα ύλης με μάζα m έχει ένα ενεργειακό περιεχόμενο E ίσο προς τη μάζα επί το τετράγωνο της ταχύτητας του φωτός. Η σχέση αυτή γράφεται συνήθως: E = mc².

 

   Η κατανόηση της νέας θεωρίας και η αναγνώριση του δημιουργού της απείχαν πολλά χρόνια ακόμη αλλά ο Αϊνστάιν είχε κερδίσει μία θέση ανάμεσα στους πιο φημισμένους Ευρωπαίους φυσικούς οι οποίοι ζητούσαν τις συμβουλές του όλο και περισσότερο. Ενώ ο Αϊνστάιν συνέχιζε την ανάπτυξη της θεωρίας του, προσπαθώντας να ενσωματώσει σ’ αυτήν και το φαινόμενο της βαρύτητας, άφησε το γραφείο ευρεσιτεχνιών και ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα από το Πανεπιστήμιο της Βέρνης και το Γερμανικό Πανεπιστήμιο της Πράγας, επανήλθε το 1912 στην Πολυτεχνική Ακαδημία της Ζυρίχης. Τέλος λόγω της επιμονής του Πλανκ και του Νερνστ αποδέχθηκε το 1913 τη θέση του διδασκάλου στο Ινστιτούτο Κάιζερ Βίλχελμ του Βερολίνου ενώ, ταυτόχρονα, μπήκε στην Πρωσική Ακαδημία Επιστημών. Έτσι, παρά τον ανεξάρτητο χαρακτήρα του και τις πολιτικές και κοινωνικές του αντιθέσεις προς το στρατοκρατικό καθεστώς της Γερμανίας του Γουλιέλμου Β’, αναχώρησε τον Απρίλιο του 1914 οικογενειακώς για το Βερολίνο, που ήταν τότε ένα από τα πιο λαμπρά κέντρα της ευρωπαϊκής επιστήμης.

 

Η γενική θεωρία της σχετικότητας

 

   Στη γενική θεωρία της σχετικότητας το ακούραστο μυαλό του Αϊνστάιν πραγματεύεται κινήσεις με μεταβαλλόμενη ταχύτητα. Ο Αϊνστάιν προσέγγισε το θέμα κατά τρόπο εντελώς διαφορετικό από τον Νεύτωνα. Ο μεγάλος φυσικός του 17ου αιώνα είχε παρατηρήσει κάτι που ήταν μια αξιοσημείωτη συγκυρία: η βαρύτητα δρούσε κατά τον ίδιο τρόπο σ’ όλα τα σώματα, ανεξάρτητα από τη μάζα τους. Ο Αϊνστάιν έδωσε μία εξήγηση στο ζήτημα αυτό. Η επιτάχυνση που προκαλεί η βαρύτητα, είπε, δεν είναι δυνατόν να ξεχωριστεί από τις επιταχύνσεις που προκαλούν άλλες δυνάμεις. Ο Αϊνστάιν δημιούργησε χρησιμοποιώντας δέκα σύνθετες εξισώσεις «πεδίου», τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας το 1916. Η Γενική Θεωρία, αντίθετα προς την Ειδική Θεωρία, δεν είχε σχεδόν κανένα άμεσο νοητικό πρόγονο. Ακόμη και σήμερα οι νοητικές συλλήψεις που χρησιμοποίησε ο Αϊνστάιν ξαφνιάζουν τους επιστήμονες. Οι εξισώσεις του Αϊνστάιν προβλέπουν πράγματι καμπύλωση του φωτός από τη βαρύτητα, και η καμπύλωση αυτή μπορεί να αποδειχθεί με τη μέτρηση της αποκλίσεως μιας φωτεινής ακτίνας που έρχεται από ένα μακρινό άστρο και περνά κοντά από τον Ήλιο. Το φως που προέρχεται από το άστρο μπορεί να γίνει ορατό μόνο κατά τη διάρκεια μιας ολικής εκλείψεως. Ο Αϊνστάιν πρόβλεψε θεωρητικά διπλάσια απόκλιση από ό,τι μπορούσε να προβλεφθεί με τους νόμους του Νεύτωνα.

 

Ανάπτυξη της ατομικής βόμβας

 

   Ο μεγάλος Δανός ατομικός φυσικός Νιλς Μπορ έφερε το 1939 στον Αϊνστάιν την είδηση ότι η Γερμανίδα πρόσφυγας φυσικός Λίζε Μάιτνερ είχε διασπάσει το άτομο του ουρανίου με ελαφριά απώλειας μάζας που είχε μετατραπεί σε ενέργεια. Τα πειράματα, που πραγματοποιήθηκαν στην Κοπεγχάγη, είχε εμπνευστεί η Μάιτνερ από όμοια, αν και λιγότερο αξιόπιστα, που είχαν γίνει μερικούς μήνες νωρίτερα από δύο Γερμανούς χημικούς, τους Ότο Χαν και Φριτς Στράσμαν, στο Βερολίνο. Ο Μπορ έκανε τη σκέψη ότι αν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια ελεγχόμενη αλυσιδωτή αντίδραση σχάσεως ατόμων ουρανίου, το αποτέλεσμα θα ήταν μια έκρηξη μαμούθ.

 

   Ο Αϊνστάιν δυσπιστούσε σε μια τέτοια δυνατότητα, τα εργαστηριακά όμως πειράματα στις Ηνωμένες Πολιτείες απέδειξαν το εφικτό της ιδέας. Με έναν πόλεμο που θεωρούνταν ότι επέρχεται στην Ευρώπη και με τον φόβο ότι οι ναζί επιστήμονες ίσως να κατασκεύαζαν πρώτοι μια τέτοια «βόμβα» ο Αϊνστάιν πείσθηκε από συναδέλφους του να γράψει ένα γράμμα στον πρόεδρο Φράνκλιν Ρούσβελτ παροτρύνοντας για «μεγάλη επαγρύπνηση και, αν είναι αναγκαίο, γρήγορη δράση» από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην έρευνα για την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Αυτή η σύσταση είχε ως αποτέλεσμα την έναρξη του Ερευνητικού Προγράμματος Μανχάταν (για την κατασκευή της ατομικής βόμβας). Μολονότι δεν πήρε μέρος στην εργασία που γινόταν στο Λος Άλαμος του Νέου Μεξικού και δεν έμαθε ότι είχε κατασκευαστεί βόμβα πυρηνικής σχάσεως μέχρις ότου έπεσε η πρώτη στη Χιροσίμα το 1945, το όνομά του είχε συνδεθεί στενά με τον ερχομό της ατομικής εποχής. 

 

   Η απόρριψη των ανθρωπιστικών του απόψεων από τους κυβερνώντες και τους πολιτικούς δεν τον τσάκισε γιατί το κύριο πάθος του εξακολούθησε να είναι η Φυσική. «Δεν μπορεί να αποκόψω τον εαυτό μου από το έργο μου» είπε κάποτε. «Με κρατάει ανηλεώς στα νύχια του». Σε απόδειξη αυτών των λόγων του ήρθε η νέα διατύπωση της Ενοποιημένης Θεωρίας Πεδίου το 1950, ένα πιο σχολαστικό κείμενο που αμέσως, αλλά κατά ευγενικό τρόπο, επικρίθηκε από τους περισσότερους φυσικούς ως στερούμενο θεμελίων. Σε σύγκριση με τη δόξα που είχε μια γενεά πρωτύτερα, ο Αϊνστάιν ήταν στην πραγματικότητα παραμελημένος και έλεγε ότι αισθανόταν τον εαυτό του σχεδόν σαν ένα ξένο μέσα στον κόσμο.  Η υγεία του είχε επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε πια να παίζει βιολί ή να κάνει βαρκάδες. Στις 18 Απριλίου 1955 ο Αϊνστάιν πέθανε, ενώ κοιμόταν, στο Νοσοκομείο του Πρίνστον. Επάνω στο τραπέζι του βρισκόταν η τελευταία του ασυμπλήρωτη δήλωση γραμμένη προς τιμήν της Ημέρας Ανεξαρτησίας του Ισραήλ.  Η συνεισφορά του στην κατανόηση του σύμπαντος από τον άνθρωπο ήταν ασύγκριτη και τον καθιέρωσε ως έναν από τους γίγαντες της επιστήμης, όλων των εποχών. Οι σταυροφορίες όμως που ανέλαβε για τις ανθρώπινες υποθέσεις δεν έφεραν ένα βιώσιμο αποτέλεσμα. Οι ίδιος ο Αϊνστάιν για να προλάβει ίσως μια τέτοια εκτίμηση της ζωής του είπε κάποτε: «Η πολιτική είναι για το σήμερα. Μια εξίσωση ανήκει στην αιωνιότητα».

 

                                                                                           << επιστροφή

 


 

Έντγουιν Πάουελ Χάμπλ

 

Ο Έντγουιν Πάουελ Χαμπλ γεννήθηκε το 1889 στο Μισούρι των ΗΠΑ και θεωρείται ως ο ιδρυτής της εξωγαλαξιακής αστρονομίας, ενώ προσέφερε την πρώτη μαρτυρία για τη διαστολή του Σύμπαντος. Το ενδιαφέρον του Χαμπλ για την αστρονομία αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Κατά την παραμονή του στο Σικάγο, ο Χαμπλ απέκτησε πτυχίο  Μαθηματικών και Αστρονομίας (1910), καθώς και τη φήμη ενός ικανού πυγμάχου. Μετά την απόκτηση του πτυχίου του, όμως, εγκατέλειψε τόσο την αστρονομία όσο και τον αθλητισμό, επιτυγχάνοντας μια υποτροφία για να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1913, ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή του, εντάχθηκε στο δικηγορικό σύλλογο του Κεντάκι, για να εγκαταλείψει λίγο αργότερα την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, αισθανόμενος ανία από την συνεχή απασχόλησή του με δικηγορικές υποθέσεις.

 

   Πολυτάλαντος άνθρωπος ο Χαμπλ κατέληξε οριστικά να ασχοληθεί με την αστρονομία, επιστρέφοντας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και συνεργαζόμενος με το Αστεροσκοπείο Γιερκς της Πολιτείας Ουισκόνσιν. Αφού απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1917 και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Χαμπλ άρχισε να εργάζεται στο Αστεροσκοπείο του Όρους Ουίλσον, όπου πραγματοποίησε τις ανακαλύψεις του σχετικά με τα εξωγαλαξιακά φαινόμενα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Αστεροσκοπείο του Όρους Ουίλσον, ο Χαμπλ (την περίοδο 1922-1924) ανακάλυψε ότι τα νεφελώματα που παρατηρούνται στην ουράνια σφαίρα δεν ανήκουν όλα στον Γαλαξία μας. Εξάλλου, διαπίστωσε ότι ορισμένα νεφελώματα περιλαμβάνουν έναν τύπο μεταβλητών αστέρων, τους Κηφείδες, για τους οποίους ήταν ήδη γνωστή η σχέση ανάμεσα στην λαμπρότητα και στην περιοδικότητα της μεταβολής της. Χρησιμοποιώντας τη σχέση, την οποία εξήγαγε, ανάμεσα στην απόσταση, στο φαινόμενο μέγεθος και στο απόλυτο μέγεθος, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι αυτοί οι Κηφείδες απέχουν από την Γη μερικές εκατοντάδες χιλιάδες έτη φωτός και, επομένως, είναι τοποθετημένοι εκτός των ορίων του Γαλαξία. Κατά συνέπεια, τα νεφελώματα, στα οποία ανήκουν, είναι στην πραγματικότητα γαλαξίες ανεξάρτητοι από τον δικό μας Γαλαξία.

 

   Η ανακάλυψη αυτή, την οποία ο Χαμπλ ανακοίνωσε το 1924, ανάγκασε τους αστρονόμους να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους για τη δομή του Σύμπαντος. Λίγο μετά την ανακάλυψη της ύπαρξης των εξωτερικών γαλαξιών, ο Χαμπλ ανέλαβε την ταξινόμησή τους, σύμφωνα με τις μορφές τους. Κατά τη διάρκεια της μελέτης των γαλαξιών, ο Χαμπλ οδηγήθηκε στη δεύτερη μεγάλη ανακάλυψή του (1927), ότι οι γαλαξίες απομακρύνονται από μας με ταχύτητα, η οποία είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερη είναι η απόστασή τους. Οι επιπτώσεις αυτής της ανακάλυψης υπήρξαν σημαντικές. Το Σύμπαν, το οποίο για μακρά χρονική περίοδο είχε θεωρηθεί στατικό, αποδείχθηκε ότι διαστέλλεται. Το 1929, μάλιστα, ο Χαμπλ ανακάλυψε ότι το Σύμπαν διαστέλλεται με τέτοιο τρόπο, ώστε ο λόγος της ταχύτητας των γαλαξιών προς την απόστασή τους να είναι σταθερός. Το μέγεθος αυτό αναφέρεται σήμερα ως σταθερά του Χαμπλ. Παρόλο που οι απόψεις του Χαμπλ σε ό,τι αφορά τη διαστολή του Σύμπαντος ήταν ορθές, ο υπολογισμός της τιμής της φερώνυμης σταθεράς αποδείχθηκε εσφαλμένος, αφού οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο Γαλαξίας μας είναι μεγαλύτερος από τους άλλους γαλαξίες και ότι η ηλικία του Σύμπαντος είναι μικρότερη από την υποτιθέμενη ηλικία της Γης. Άλλοι αστρονόμοι, όμως, αναπροσάρμοσαν τα συμπεράσματα του Χαμπλ, διατηρώντας, ωστόσο, τη βασική φιλοσοφία της θεωρίας του. Έτσι, κατέληξαν σε μία εικόνα του Σύμπαντος, που διαστέλλεται με σταθερό ρυθμό εδώ και 10 ως 20 δισεκατομμύρια χρόνια. Για τα επιτεύγματά του στην αστρονομία, ο Χαμπλ δέχθηκε πολλά βραβεία και τιμητικές διακρίσεις.

 

                                                                                             << επιστροφή

 


 

Καρλ Σαγκάν

 

O Carl Sagan γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη. Υπήρξε ένας αξιοσημείωτος αστρονόμος ο οποίος αφιέρωσε την ζωή του ψάχνοντας για ανεπτυγμένη τεχνολογικά ζωή στο σύμπαν.  "Η σημασία της ανακάλυψης ότι κάποια όντα μοιράζονται το σύμπαν μαζί μας, θα ήταν κάτι το εκπληκτικό, κάτι το κοσμοϊστορικό στην ανθρώπινη ιστορία", είχε πει ο ίδιος. Ο Sagan άρχισε να αναζητά την προέλευση της ζωής από την δεκαετία του 1950 και κατέληξε να παίζει το ρόλο ενός από τους βασικότερους ανθρώπους, στις αποστολές διαστημοπλοίων σε άλλους πλανήτες. "Έχουμε εξερευνήσει δεκάδες νέους κόσμους που ποτέ δεν είχαμε ξαναδεί. Κάποια μέρα ο άνθρωπος θα αναγκαστεί να μετοικήσει σε αυτούς τους νέους κόσμους (αν δεν είναι τόσο χαζός ώστε να αυτοκαταστραφεί. Εύχομαι να έχω συμβάλλει στην αναγνωριστική πτήση αυτών των νέων κόσμων." 

 

   Ο Sagan ξεχώρισε από νωρίς με την ερευνά του που απέδειξε ότι η Αφροδίτη εκσφενδονίζει θερμότητα και ότι ο Άρης είναι μια κρύα έρημος. Μέσα από τις πολλές ικανότητες του ήταν και να μπορεί να μεταδίδει τη γνώση του για το σύμπαν στους άλλους. Ωστόσο το πρόγραμμα με τεράστια ραδιοτηλεσκόπια για την σύλληψη κάποιου σήματος από νοήμονα όντα δεν έχει να παρουσιάσει τίποτε το ενθαρρυντικό. "Αυτό το αποτέλεσμα, δείχνει κάτι για τη σπανιότητα και το πολύτιμο που έχει η ζωή" έλεγε ο Sagan.  Eκτός από την ερευνητική εργασία παρουσίασε και τη γνωστή σειρά "Cosmos" που παίχτηκε και στην ελληνική τηλεόραση. Έγραψε σε εκατοντάδες επιστημονικά φύλλα και έγραψε 8 βιβλία μεταξύ των οποίων και το "Dragons of Eden" που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ.  Στη Νέα Υόρκη κάθισε μέχρι το 1968 όπου μέχρι τότε είχε αναλάβει την διεύθυνση του εργαστηρίου πλανητικών σπουδών στο Cornwell. Πήρε πολλά βραβεία από διάφορα πανεπιστήμια για το έργο του, καθώς και από την NASA. Τα βιβλία του γινόντουσαν best sellers.

 

   Η επιστημονική κοινότητα δεν αντιμετώπιζε συνέχεια με ενθουσιασμό τις ασταμάτητες προσπάθειες του Sagan να εκλαϊκεύσει την επιστήμη, ωστόσο προκάλεσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την αστρονομία και την εξερεύνηση του διαστήματος από κάθε άλλον στην εποχή του. Ο Sagan έφτασε κοντά στο θάνατο 2 φορές μετά από την διάγνωση αρρώστιας στο αίμα του το 1994. Η μεταμόσχευση μυελού τον οστών από την αδερφή του, σε συνδυασμό με χημειοθεραπείες ανέβαλλαν την εξέλιξη της νόσου. Ο ίδιος πίστευε ότι την είχε υπερνικήσει. Ωστόσο δεν άντεξε. Στα 62 του χρόνια έφυγε αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο κενό. Ίσως το ταξίδι στα αστέρια που πάντα να ονειρευόταν να το πραγματοποιεί το πνεύμα του, συνεχίζοντας ένα αέναο ταξίδι στους νέους κόσμους του.

 

                                                                                              << επιστροφή

 


 

Άγκστρεμ, Άντερς Γιόνας

 

(Anders Jöns Angström 1814 – 1874). Σουηδός φυσικός. Διευθυντής του αστεροσκοπείου της Ουψάλα και από το 1858 καθηγητής της φυσικής στο τοπικό πανεπιστήμιο. Μελέτησε τα φαινόμενα μαγνητισμού του βορείου σέλαος και υπήρξε πρωτοπόρος στην έρευνα των νόμων που διέπουν την ανάλυση του ηλιακού φάσματος: Οπτικές παρατηρήσεις (1853),Έρευνες για το ηλιακό φάσμα(1868).To όνομά του δόθηκε, τιμητικά, στην ομώνυμη μονάδα μετρήσεως μικρών μηκών

Angström
Μονάδα μέτρησης μηκών που βασίζεται στο μήκος κύματος λR του ερυθρού φωτός του καδμίου (cd). Με διεθνή συμφωνία ορίστηκε το 1907 σύμφωνα με τη σχέση: λR = 6438.6496 Å, όπου Å είναι το διεθνές σύμβολο της μονάδας άγκστρεμ. Η σύγκριση του Å με το πρότυπο σύγκρισης μέτρο, βασισμένη στον μέσο όρο εννιά μετρήσεων με τη μέθοδο της συμβολής, απέδειξε κατά μια ευτυχή σύμπτωση ότι το μέτρο είναι σχεδόν ακριβώς ίσο με 1010 Å. Έτσι πρακτικά το Å λαμβάνεται ίσο προς 10-10 μ. ή 10-8 εκ., ή ένα εκατοντάκις εκατομμυριοστό του εκατοστόμετρου, αν και τούτο προσεγγίζει αυτό το βολικό νούμερο μόνο από σύμπτωση. To Å χρησιμοποιείται για τη μέτρηση πολύ μικρών μηκών, όπως είναι τα μήκη κύματος του φωτός και των ακτίνων Χ, και για αποστάσεις σε κλίμακα ατομική.

 

                                                                                              << επιστροφή

 



Γιόχαν Έλερτ Μπόντε

 

Γιόχαν Έλερτ Μπόντε, (19/1/1747 - 23/11/1826). Γερμανός αστρονόμος που έγινε γνωστός με την επαναδιατύπωση του νόμου Μπόντε - Τίτιους και εξ΄ αιτίας του έγινε ευρύτερα γνωστός. Η προσπάθεια του για τον καθορισμό της τροχιάς του πλανήτη Ουρανού υπήρξε μνημειώδης και η πρόταση του για την ονομασία του πλανήτη με το όνομα Ουρανός έγινε αποδεκτή από την τότε επιστημονική κοινότητα. Η ανακάλυψή του γαλαξία Μ81, από τον Μπόντε, έγινε η αιτία που ο γαλαξίας αυτός ονομάζεται και ως γαλαξίας Μπόντε.

Το έργο του σημαντικό και πολυσχιδές, επιγραμματικά αναφέρουμε:
Ο Μπόντε ξεκίνησε από μικρή ηλικία ν΄ ασχολείται ερασιτεχνικά με την Αστρονομία. Μάλιστα κατασκεύασε και μικρό τηλεσκόπιο για να κάνει τις παρατηρήσεις του. Παράλληλα άρχισε να γράφει αστρονομικές παρατηρήσεις που κατέληξαν να γίνουν συγγράμματα και διατριβές εκ των οποίων τα αναφερόμενα στο πέρασμα της Αφροδίτης από τον δίσκο του Ήλιου έπεισαν τον Κουκ να μεταβεί στο νότιο ημισφαίριο προκειμένου να παρατηρήσει το φαινόμενο. Το 1769 ο Μπόντε ανακάλυψε τον πρώτο γνωστό περιοδικό κομήτη βραχείας περιόδου και υπολογίζοντας την τροχιά του προανήγγειλε την επανεμφάνισή του για το επόμενο έτος. Το 1786 ανέλαβε διευθυντής του Αστεροσκοπείου του Βερολίνου σχεδόν επί 40 χρόνια. Εκεί εξέδωσε την «Ουρανογραφία» του το έτος 1801, έναν ουράνιο άτλαντα που στόχευε τόσο στην επιστημονική ακρίβεια στις θέσεις των αστέρων κ.ά. ουράνιων σωμάτων, όσο και στην καλλιτεχνική αναπαράσταση των μορφών των αστερισμών. Η «Ουρανογραφία» σημειώνει το αποκορύφωμα μιας ολόκληρης εποχής στην καλλιτεχνική αναπαράσταση των αστερισμών, πρόκειται για πολυσέλιδο άτλαντα που περιέχει περισσότερους από 17.000 αστέρες. Οι μεταγενέστεροι άτλαντες έδειχναν όλο και λιγότερες λεπτομερώς ζωγραφισμένες μορφές, μέχρι που σήμερα δείχνουν μόνο μερικές γραμμές.

Ο Μπόντε δημοσίευσε επίσης από το 1774 μέχρι το 1825 ένα είδος αστρονομικού αλμανάκ, μορφής αστρονομικών εφημερίδων και έναν άλλο, μικρότερο ουράνιο άτλαντα, προοριζόμενο για τους ερασιτέχνες αστρονόμους (Vorstellung der Gestirne). Επίσης, ένα εισαγωγικό βιβλίο για τους αστερισμούς και τους μύθους τους, που έκανε πάνω από δέκα ανατυπώσεις. Το 1786 ο Μπόντε, για την σπουδαία συμβολή του στην αστρονομία, εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας του Βερολίνου.

Προς τιμή του Μπόντε ο ένας κρατήρας στο βόρειο ημισφαίριο της Σελήνης και ένας αστεροειδής ο 998, φέρουν το όνομά του.

Ο νόμος ή και κανόνας του Μπόντε που διατυπώθηκε από τον ίδιο το 1772 είναι μια από τις σπουδαιότερες θεωρητικές αστρονομικές ανακαλύψεις.
Ας δούμε τι λέει ο περίφημος νόμος του:
Αν θεωρήσουμε τους τυχαίους αριθμούς 0, 3, 6, 12 , 24, 48,...με την ιδιότητα ο καθένας από αυτούς, εκτός του πρώτου, να είναι διπλάσιος του προηγουμένου του και αν προσθέσουμε σε κάθε ένα τον αριθμό 4, τότε προκύπτει μια νέα ακολουθία αριθμών 4, 7, 10, 16, 28, 52 ....Αν τώρα αυτούς τους αριθμούς του διαιρέσουμε με το 10 προκύπτει νέα ακολουθία: 0,4  0,7  1  1,6  2,8  5,2.....
Η τελευταία σειρά αποτελεί τον περίφημο νόμο του Μπόντε, όπου κάθε ένας αριθμός δίνει κατά αρκετά ακριβή προσέγγιση την απόσταση των πλανητών από τον Ήλιο.
Ασφαλώς και ο Ήλιος βρίσκεται στη θέση 0 (μηδέν) και το σημείο 1 στην απόσταση Γης - Ηλίου.
Ο πρακτικός κανόνας που συνοδεύει το νόμο του Μπόντε είναι ο παρακάτω:

  (0+4):10=   0,4 Ερμής
  (3+4):10=   0,7 Αφροδίτη
  (6+4):10=   1,0 Γη
  (12+4):10=  1,6 Άρης
  (24+4):10=  2,8 Κενό_Αστεροειδείς
  (48+4):10=  5,2 Δίας
  (96+4):10= 10,0 Κρόνος
(192+4):10= 19,6 Ουρανός
(384+4):10= 38,8 Ποσειδώνας(δεν συμφωνεί με την πραγματική απόσταση) και
(768+4):10= 77,2 Πλούτωνας (δεν συμφωνεί με την πραγματική απόσταση).

 

                                                                                                   << επιστροφή

 


<<site map

Χρόνος εκτέλεσης : 0.082 δευτερόλεπτα