ΧΟΡΗΓΟΙ

Η Ιστορία της Αστρονομίας Β


***

 

του Στέλιου Σταμπολάκη

 

Η Εργασία παρουσιάζεται σε δύο μέρη:

 

ΜΕΡΟΣ Α΄  (Από 1800 πχ έως 1853 μχ)            ΜΕΡΟΣ Β΄ (Από 1853 μχ έως 1992 μχ)

 

 


 

 

 

1864
Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΦΕΛΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΩΡΙΩΝΑ

   Είχε αποδειχθεί ότι μερικά ομιχλώδη ουράνια αντικείμενα, στα οποία περιλαμβανόταν και ο ίδιος ο Γαλαξίας, είναι συγκροτήματα αμυδρών αστέρων. Επί πλέον, είχε αποδειχθεί ότι ορισμένα από τα αντικείμενα του Μεσσιέ  είναι σφαιρωτά σμήνη. Έτσι οι αστρονόμοι αναρωτιούνταν αν υπήρχε κάποιο ομιχλώδες αντικείμενο που να είναι αυτό ακριβώς που φαίνεται: ένα νέφος αερίων.
Το 1864 ο Χάγκινς , μελετώντας το νεφέλωμα του Ωρίωνα, διαπίστωσε ότι παρουσιάζει το τυπικό φάσμα που θα περίμενε κανείς από ένα φωτοβόλο αέριο. Και πραγματικά, το νεφέλωμα του Ωρίωνα είναι ένα μεγάλο νέφος αερίων (αν και σήμερα γνωρίζουμε ότι μέσα στο νέφος αυτό υπάρχουν αστέρες, οι οποίοι θερμαίνουν το αέριο και το κάνουν να φωτοβολεί).



1868
ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ DOPPLER-FIZEAU   

   Ο πρώτος που χρησιμοποίησε την ανακάλυψη των Doppler-Fizeau, ήταν ο Άγγλος αστρονόμος Γουίλιαμ Χάγκινς (William Huggins, 1824-1910), ο οποίος το 1868 μελετώντας το φάσμα του Σείριου εντόπισε μια ελαφρά μετατόπιση των φασματικών γραμμών προς το κόκκινο, γεγονός που σύμφωνα με το νόμο D-F σήμαινε ότι το αστέρι αυτό απομακρύνεται από τη Γη με ταχύτητα 50 Km/sec κατά τη διεύθυνση της παρατήρησής του.
Από τότε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, μέχρι να φθάσουμε στην εποχή που μέσω αυτού του φαινομένου, οι αστρονόμοι θα άρχιζαν να μετρούν συστηματικά την ταχύτητα με την οποία οι γαλαξίες ή τα άστρα απομακρύνονταν ή προσέγγιζαν τη Γη κατά τη διεύθυνση της παρατήρησής τους.
Η πρώτη προσπάθεια ταξινόμησης των φασμάτων των άστρων έγινε από το Βατικανό –που αρχικά είχε τηρήσει εχθρική στάση προς την Αστρονομία- και παρουσιάστηκε το 1868. Με εντολή της Αγίας Έδρας, ο πενηντάχρονος τότε Ιησουϊτης μοναχός και αστρονόμος Άντζελο Σέκι (Angelo Secchi, 1818-1878) μελέτησε τα φάσματα 4.000 περίπου αστεριών σε διάστημα πέντε ετών και τα κατέταξε σε τέσσερις βασικές κατηγορίες, που σχετίζονταν κυρίως με το χρώμα του άστρου, καθώς και με τη θέση, το πλάτος, τον αριθμό και το βαθμό αμαύρωσης των γραμμών απορρόφησης.


1872
ΦΑΣΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

   Ο πρώτος που κατόρθωσε να φωτογραφίσει, το 1872, το φάσμα ενός αστεριού –του λαμπρού Βέγα- ήταν ο Χένρι Ντρέιπερ (Henry Drapper, 1837-1882) χρησιμοποιώντας ένα σύστημα φασματοσκοπίου εφοδιασμένου με μία φωτογραφική μηχανή, που το ονόμασε φασματογράφο. Με τον τρόπο αυτό μελέτησε τα φάσματα 80 και πλέον αστεριών.
Μετά το θάνατό του από πλευρίτιδα, το 1882, σε ηλικία μόλις 45 ετών, η χήρα του Άννα Ντρέιπερ ίδρυσε ένα ίδρυμα σε μνήμη του συζύγου της, το οποίο χρηματοδότησε με 400.000 δολάρια το Αστεροσκοπείο του Κολεγίου Χάρβαρντ, προκειμένου να συνεχιστούν και να ολοκληρωθούν οι μελέτες του συζύγου της.


1877
ΟΙ «ΔΙΩΡΥΓΕΣ» ΤΟΥ ΑΡΗ

Κάθε τριάντα περίπου χρόνια, η απόσταση Άρη-Γης παίρνει την μικρότερη τιμή της, που είναι 56.000.000 περίπου χιλιόμετρα, και τότε οι αστρονόμοι μελετούν με προσοχή τον πλανήτη. Μία από αυτές τις προσεγγίσεις (ή συζυγίες όπως ονομάζονται) συνέβη το 1877 και ένας από τους αστρονόμους που μελέτησαν τότε τον Άρη ήταν ο Ιταλός Τζοβάννι Βιρτζίνιο Σκιαπαρέλλι 1835-1910).
Ο Σκιαπαρέλλι προσπάθησε να χαρτογραφήσει την επιφάνεια του Άρη. Η απόσταση των 56 εκατομμυρίων χιλιομέτρων δεν είναι καθόλου μικρή και η ατμόσφαιρα του Άρη (για να μην μιλήσουμε και για την ατμόσφαιρα της Γης) περιορίζει την ευκρίνεια των εικόνων. Έτσι, οι προηγούμενες προσπάθειες χαρτογράφησης του πλανήτη είχαν αποτύχει, γιατί κάθε αστρονόμος έβλεπε διαφορετικά χαρακτηριστικά σημεία στην επιφάνειά του. Ο Σκιαπαρέλλι, όμως, χρησιμοποίησε ένα πολύ καλό τηλεσκόπιο (και διαθέτοντας επί πλέον ο ίδιος  πολύ οξεία όραση), με αποτέλεσμα οι αστρονόμοι να συμφωνήσουν για πρώτη φορά ότι η διαμόρφωση της επιφάνειας του Άρη είναι έτσι όπως την εμφανίζει ο Ιταλός αστρονόμος. ο Σκιαπαρέλλι έδωσε κλασικά ονόματα σε διάφορα χαρακτηριστικά σημεία και τα ονόματα αυτά έγιναν αποδεκτά και από τους άλλους αστρονόμους.
Αλλά ο Σκιαπαρέλλι δεν σταμάτησε εδώ. Τόσο σε αυτήν, όσο και σε μεταγενέστερες, λιγότερο ευνοϊκές συζυγίες του Άρη, διέκρινε στην επιφάνεια του πλανήτη ορισμένα στενά, σκοτεινά σημεία. Πίστεψε ότι πρόκειται για υδάτινες εκτάσεις και γι’ αυτό ονόμασε τις πιο στενές από αυτές πορθμούς. Οι πορθμοί στα ιταλικά ονομάζονται canali και η λέξη αυτή αποδόθηκε εσφαλμένα με την αγγλική canal και όχι με την σωστή channel.
Η διαφορά είναι ότι η λέξη channel σημαίνει «πορθμός, δίαυλος», δηλαδή μια φυσική μακρόστενη υδάτινη έκταση, ενώ canal σημαίνει «διώρυγα», δηλαδή μια τεχνητή μακρόστενη υδάτινη έκταση. Ετσι δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι ο Άρης είναι ένας κόσμος που πεθαίνει επειδή το νερό του διαρρέει προς το διάστημα και ότι στον πλανήτη αυτόν ζει μια υπερευφυής φυλή, η οποία κατασκεύασε αυτές τις διώρυγες για να μεταφέρει νερό από τους πάγους των πόλων για γεωργικούς σκοπούς. Θα περνούσε σχεδόν ένας αιώνας ώσπου να διαψευσθεί αυτή η άποψη οριστικά.

ΟΙ ΔΟΡΥΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΑΡΗ
   Μέχρι εκείνη την εποχή, είχαν ανακαλυφθεί τέσσερις δορυφόροι του Δία, επτά του Κρόνου, τέσσερις του Ουρανού και ένας του Ποσειδώνα. Ωστόσο, δεν είχε ανακαλυφθεί κανένας δορυφόρος γύρω από τον Ερμή, την Αφροδίτη ή τον Άρη.
Κατά την συζυγία Άρη-Γης το 1877, ο Αμερικανός αστρονόμος Έιζαφ Χωλ (1829-1907) θέλησε να βεβαιωθεί ότι ο Άρης δεν έχει δορυφόρους. Αν είχε, πρέπει να ήταν μικροί και αμυδροί και να βρίσκονται πολύ κοντά στον Άρη, με αποτέλεσμα το φως του πλανήτη να τους κρύβει. Οι υποθέσεις αυτές ήταν λογικές, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, οι δορυφόροι θα έπρεπε να είχαν ήδη ανακαλυφθεί.
Έτσι ο Χωλ άρχισε να ερευνά την περιοχή γύρω από τον Άρη, αναζητώντας μικρά φωτεινά στίγματα γύρω από τον πλανήτη. Προχωρούσε την έρευνά του από την εξωτερική ζώνη προς την επιφάνεια του πλανήτη και στις 11 Αυγούστου είχε φθάσει πια τόσο κοντά στον Άρη ώστε η λάμψη του πλανήτη δεν του επέτρεπε να δει τίποτε άλλο. Αποφάσισε να εγκαταλείψει την έρευνα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν δορυφόροι, αλλά η σύζυγός του, η Αντζελίνα Χωλ, τον παρότρυνε να συνεχίσει για μια ακόμη νύχτα.
Ο Χωλ συμφώνησε και την επόμενη νύχτα εντόπισε έναν μικρό δορυφόρο. Ακολούθησαν πέντε νύχτες με πυκνή νέφωση και κατόπιν, στις 17 Αυγούστου, εντόπισε έναν δεύτερο δορυφόρο. Και οι δύο δορυφόροι ήταν πολύ μικροί, οι μικρότεροι που είχαν ανακαλυφθεί ως τότε. αλλά υπήρχαν. Ο Χωλ τους ονόμασε Φόβο και Δείμο («Δείμος» είναι η προσωποποίηση του τρόμου) από τα ονόματα δύο γιων του Άρη, του θεού του πολέμου.

ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΕΡΜΗ

   Ο Σκιαπαρέλλι ο πρώτος αστρονόμος που παρατήρησε τα χαρακτηριστικά σημάδια στην επιφάνεια του Άρη, τα οποία θεωρήθηκαν διώρυγες, μελέτησε και την επιφάνεια του Ερμή. Ο Ερμής είναι μικρότερος από τον Άρη και βρίσκεται πιο μακριά. Συχνά δεν είναι ορατός, λόγω της λάμψης του Ηλίου, και, στα διαστήματα που υπάρχει η καλύτερη ορατότητα, ο πλανήτης εμφανίζεται με φάσεις, όπως και η Σελήνη. Εν τούτοις, ο Σκιαπαρέλλι διέκρινε μερικά σημάδια στην επιφάνειά του και επειδή έβλεπε πάντοτε τα ίδια σημάδια όταν ο πλανήτης βρισκόταν σε μια συγκεκριμένη θέση, κατέληξε στο συμπέρασμα, το 1889, ότι ο Ερμής στρέφει πάντοτε την ίδια πλευρά του προς τον Ήλιο.
Επειδή ο Ερμής βρίσκεται αρκετά κοντά στον Ήλιο ώστε το παλιρροϊκό φαινόμενο να προκαλέσει μια τέτοια συμπεριφορά, η θεωρία του Σκιαπαρέλλι έγινε δεκτή χωρίς σοβαρές αντιρρήσεις για τα επόμενα εβδομήντα πέντε περίπου χρόνια.


1903
ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΗ ΠΤΗΣΗ

   Κατά περίεργο τρόπο, την ίδια χρονιά που η πτήση στον αέρα έγινε πραγματικότητα, ένας επιστήμονας άρχισε να μελετά σοβαρά το ζήτημα της διαστημικής πτήσης.
Το 1903, ο Ρώσος φυσικός Κονσταντίν Εντουάρντοδιτς Τσιολκόφσκι (1857-1935) άρχισε να γράφει μια σειρά άρθρων για ένα περιοδικό με θέμα την αεροπορία, στα οποία μελέτησε διεξοδικά την θεωρία της κατασκευής και της κίνησης των πυραύλων. Έγραψε για διαστημικές στολές, για δορυφόρους και για την αποίκηση του ηλιακού συστήματος. Ήταν επίσης ο πρώτος που μίλησε για την δυνατότητα κατασκευής ενός διαστημικού σταθμού.


1905
ΧΡΩΜΑ ΚΑΙ ΑΣΤΡΙΚΗ ΦΩΤΕΙΝΟΤΗΤΑ

   Όλοι γνωρίζουμε ότι ορισμένοι αστέρες είναι λαμπρότεροι από άλλους. Από την μέτρηση αυτής της λαμπρότητας, οι αστρονόμοι προσδιορίζουν το μέγεθος ενός αστέρα. Ένας αστέρας μπορεί να εμφανίζεται λαμπρός για δύο διαφορετικούς λόγους. Μπορεί να εκπέμπει μεγάλη ποσότητα φωτός (ή να έχει μεγάλη φωτεινότητα) ή να είναι πολύ κοντά στην Γη, με αποτέλεσμα να φαίνεται λαμπρός, παρ’ όλο που έχει μικρή φωτεινότητα.
Ο Δανός αστρονόμος Έιναρ Χέρτσπρουνγκ (1873-1967) επισήμανε ότι, αν είναι γνωστή η απόσταση ενός αστέρα, μπορούμε να υπολογίσουμε το μέγεθος που θα είχε αν βρισκόταν σε μια τυπική απόσταση από την Γη. Η απόσταση που επελέγη ήταν τα 10 παρσέκ ή τα 32,6 έτη φωτός. Η λαμπρότητα που θα είχε ο αστέρας αν βρισκόταν σε αυτήν την απόσταση είναι το απόλυτο μέγεθός του. Έτσι, αν ο Ήλιος μας απείχε 10 παρσέκ από την Γη, θα είχε μέγεθος 4,86 (δηλαδή θα ήταν ένας μάλλον αμυδρός αστέρας).
Αυτό είναι το απόλυτο μέγεθος του Ήλιου. Ο Χέρτσπρουνγκ μελέτησε το απόλυτο μέγεθος διαφόρων αστέρων και από αυτό υπολόγισε την σχετική τους φωτεινότητα. Το 1905 διαπίστωσε ότι υπήρχαν δύο είδη ερυθρών αστέρων: ερυθροί αστέρες με πολύ υψηλή φωτεινότητα (τους οποίους σήμερα ονομάζουμε ερυθρούς γίγαντες) και ερυθροί αστέρες με πολύ χαμηλή φωτεινότητα (που σήμερα ονομάζουμε ερυθρούς νάνους).
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο των ευρημάτων του ήταν ότι δεν υπάρχουν ερυθροί αστέρες ενδιάμεσης φωτεινότητας. Αρχικά, η ανακοίνωση του Χέρτσπρουνγκ δεν συγκέντρωσε μεγάλη προσοχή (την δημοσίευσε σε ένα περιοδικό φωτογραφίας), αλλά αντιπροσώπευε το πρώτο βήμα για την κατανόηση της εξέλιξης των αστέρων.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΠΛΑΝΗΤΟΕΙΔΩΝ
   Η υπόθεση του νεφελώματος του Λαπλάς για την δημιουργία του Ηλιακού Συστήματος  ήταν αποδεκτή επί έναν αιώνα περίπου, αν και οι αστρονόμοι είχαν αρχίσει να αμφιβάλλουν όλο και περισσότερο για την ορθότητά της. Είχε διαπιστωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της στροφορμής του Ηλιακού Συστήματος είναι συγκεντρωμένο στους πλανήτες. (Ο Δίας, μόνο, αντιπροσωπεύει το 60% της στροφορμής του Ηλιακού Συστήματος, λόγω της γρήγορης περιστροφής του και της κίνησης των κύριων δορυφόρων του). Αν το Ηλιακό Σύστημα είχε σχηματισθεί από την αργή συμπύκνωση ενός τεράστιου νεφελώματος, όλη σχεδόν η στροφορμή του θα ήταν συγκεντρωμένη στον πυρήνα του, στον Ήλιο.
Παρά την ύπαρξη αυτής της αντίφασης, δεν υπήρχε καμιά εναλλακτική θεωρία, ώσπου ο Αμερικανός γεωλόγος Τόμας Κράουντερ Τσάμπερλιν (1843-1928) και ο Αμερικανός αστρονόμος Φόρεστ Ρέι Μούλτον (1872-1952) διατύπωσαν την δική τους θεωρία.
Ο Τσάμπερλιν επεξεργαζόταν αυτήν την θεωρία από το 1900 και, το 1905, αυτός και ο Μούλτον υποστήριξαν ότι το Ηλιακό Σύστημα δημιουργήθηκε όταν ο Ήλιος, που υπήρχε ήδη, πέρασε κοντά από έναν άλλο αστέρα. Η βαρυτική αλληλεπίδραση των δύο αστέρων απέσπασε μεγάλες ποσότητες ύλης από τα δύο ουράνια σώματα και, καθώς αυτά άρχισαν να απομακρύνονται, η βαρυτική έλξη τους έδωσε σε αυτές τις ποσότητες ύλης μια πλευρική ώθηση, με αποτέλεσμα να σχηματιστούν πλανήτες με μεγάλη στροφορμή.
Κατά τον σχηματισμό των πλανητών, οι όγκοι ηλιακής ύλης συμπυκνώθηκαν σε μικρά συμπαγή σώματα που ονομάσθηκαν πλανητοειδή και αυτά ενώθηκαν σιγά σιγά μεταξύ τους, σχηματίζοντας τους πλανήτες. Αυτή η υπόθεση των πλανητοειδών ήταν σε ορισμένο βαθμό αποδεκτή επί μισόν περίπου αιώνα. Αν ήταν σωστή, θα σήμαινε ότι υπάρχουν πολύ λίγα πλανητικά συστήματα στο Σύμπαν, αφού η προσέγγιση δύο αστέρων είναι ένα σπανιότατο φαινόμενο.



1913
ΤΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ HERTZPRUNG_RUSSEL  -  ΚΥΡΙΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

   Το 1913 ο Αμερικανός αστρονόμος Henry Norris Russel (1877-1957), σε ανεξάρτητη εργασία του από τον Χέρτσπρουνγκ, έκανε μια παρόμοια μελέτη, όπου παρουσίασε τα ίδια αστέρια σε ένα διάγραμμα με συντεταγμένες το απόλυτο μέγεθος και τον φασματικό τύπο.
Από τον συνδυασμό των διαγραμμάτων των δύο ερευνητών, βρέθηκε ότι τα αστέρια καταλαμβάνουν συγκεκριμένες θέσεις σ’ ένα κοινό διάγραμμα, το οποίο αποτέλεσε μία από τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις της Αστροφυσικής.
Ο Ράσελ διερεύνησε λεπτομερέστερα το θέμα. Κατάρτισε μια γραφική παράσταση που απεικόνιζε τις θερμοκρασίες των αστέρων συναρτήσει της φωτεινότητάς τους και το διάγραμμα είχε την μορφή μιας διαγώνιας γραμμής, η οποία έδειχνε ότι η μείωση της θερμοκρασίας ενός αστέρα συνοδεύεται από μείωση της φωτεινότητάς του. Αυτή η γραμμή, που εκτείνεται από τους θερμούς και φωτεινούς μέχρι τους ψυχρούς και αμυδρούς αστέρες, ονομάσθηκε Κύρια Ακολουθία, επειδή το 95% των αστέρων περίπου, συμπεριλαμβανομένων των ερυθρών νάνων, ανήκουν σε αυτήν. Αντίθετα, δεν ανήκουν στην Κύρια Ακολουθία οι ερυθροί γίγαντες, γιατί, αν και είναι αρκετά ψυχροί (γι’ αυτό είναι και ερυθροί), παρουσιάζουν μεγάλη φωτεινότητα λόγω του τεράστιου μεγέθους τους.
Η πρώτη υπόθεση που έγινε ήταν ότι η Κύρια Ακολουθία αντιπροσωπεύει την γραμμή εξέλιξης των αστέρων, δηλαδή ότι οι αστέρες αρχίζουν την ζωή τους ως μεγάλα, ψυχρά συγκροτήματα αερίων (ερυθροί γίγαντες), που συστέλλονται και θερμαίνονται, ώσπου φθάνουν στην κορυφή της Κύριας Ακολουθίας με την μορφή των θερμότερων αστέρων που υπάρχουν. Κατόπιν η θερμοκρασία και η φωτεινότητά τους μειώνονται σταδιακά και καταλήγουν να γίνουν ερυθροί νάνοι. Στην συνέχεια, η θερμοκρασία τους μειώνεται τόσο πολύ ώστε παύουν να λάμπουν.
Αυτή η άποψη αποδείχθηκε εσφαλμένη, αλλά το διάγραμμα του Ράσελ, που βασιζόταν σε παρατηρήσεις, ήταν σωστό. Απλώς χρειαζόταν μια βελτιωμένη ερμηνεία. Το διάγραμμα αυτό ονομάζεται συνήθως διάγραμμα Χέρτσπρουνγκ-Ράσελ ή διάγραμμα Η-R για συντομία.

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΦΩΝ ΤΟΥ ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΥ
   Το 1913, ο Χέρτσπρουνγκ, ο οποίος είχε εντοπίσει την διαφορά ανάμεσα στους ερυθρούς γίγαντες και τους ερυθρούς νάνους, κατόρθωσε να υπολογίσει την πραγματική απόσταση μερικών Κηφειδών. Έτσι, μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον νόμο περιόδου-φωτεινότητας, που είχε διατυπώσει τον προηγούμενο χρόνο η Αμερικανίδα αστρονόμος Λήβιτ, (εργάστηκε στο αστεροσκοπείο του Χάρβαρντ και ασχολήθηκε με τη μελέτη των Κηφείδων) για να προσδιορίσει την απόσταση των Κηφειδών που υπάρχουν στα Νέφη του Μαγγελάνου, υπολογίζοντας έτσι και την απόσταση των ίδιων των Νεφών. Αποδείχθηκε ότι η απόσταση αυτή είναι λίγο μεγαλύτερη από 150.000 έτη φωτός.
Ήταν η πρώτη φορά που υπολογίσθηκε η απόσταση ενός ουράνιου σώματος το οποίο βρίσκεται έξω από τα όρια του Γαλαξία μας.


1914
ΛΕΥΚΟΙ ΝΑΝΟΙ

   Ένας αστέρας που δεν ανήκε στην Κύρια Ακολουθία (βλέπε παραπάνω) ήταν ο αμυδρός συνοδός του Σείριου, η ύπαρξη του οποίου είχε προβλεφθεί από τον Μπέσσελ  και είχε παρατηρηθεί για πρώτη φορά από τον Κλαρκ πενήντα περίπου χρόνια ενωρίτερα.
Από την ισχύ της βαρυτικής έλξης που ασκεί ο συνοδός πάνω στον Σείριο συνάγεται ότι ο συνοδός πρέπει να έχει περίπου την ίδια μάζα με τον Ήλιο. Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την απόσταση στην οποία βρίσκεται ο Σείριος και το γεγονός ότι ένας αστέρας που έχει την μάζα του Ηλίου φαίνεται τόσο αμυδρός, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο συνοδός πρέπει να είναι πολύ ψυχρός και, επομένως, να έχει ερυθρό χρώμα. Παρ’ όλα αυτά, ο συνοδός του Σείριου δεν είναι ερυθρός αλλά λευκός.
Ο Αμερικανός αστρονόμος Γουώλτερ Σύντνυ Άνταμς (1876-1956) κατόρθωσε να προσδιορίσει το φάσμα του το 1914, παρά την λάμψη του γειτονικού Σείριου. Αποδείχθηκε ότι ο συνοδός είναι ένας θερμός αστέρας, εξίσου θερμός με τον Σείριο και θερμότερος από τον δικό μας Ήλιο. Αφού ο συνοδός έχει την μάζα του Ηλίου και είναι θερμότερος από τον Ήλιο, θα έπρεπε να είναι ένας εξαιρετικά λαμπρός αστέρας πρώτου μεγέθους. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι τόσο αμυδρός ώστε δεν φαίνεται χωρίς τηλεσκόπιο. Ο μόνος τρόπος για να εξηγηθεί αυτή η αντίφαση είναι να θεωρηθεί ότι ο συνοδός του Σειρίου είναι ένας πολύ μικρός αστέρας, που το μέγεθός του είναι παραπλήσιο μάλλον με το μέγεθος της Γης παρά του Ηλίου — παρ’ όλο που η μάζα του είναι ίση περίπου με τη μάζα του Ηλίου. Αν η ανακάλυψη αυτή είχε γίνει πριν από μερικά χρόνια, θα είχε απορριφθεί ως εξωφρενική. Ωστόσο, τώρα που οι φυσικοί είχαν δεχθεί το ατομικό πρότυπο του Ράδερφορντ, μπορούσαν να δώσουν μια εξήγηση σε αυτό το φαινόμενο. Υπό ορισμένες συνθήκες, τα άτομα μπορεί να καταρρέουν και οι πυρήνες να πλησιάζουν μεταξύ τους σε πολύ μικρότερες αποστάσεις από αυτές που παρατηρούνται στην συνηθισμένη ύλη. Έτσι, η πυκνότητα αυτής της εκφυλισμένης ύλης μπορεί πολύ εύκολα να είναι ένα εκατομμύριο φορές μεγαλύτερη από την πυκνότητα της συνηθισμένης ύλης.
Ο συνοδός του Σείριου (που τώρα είναι περισσότερο γνωστός ως Σείριος Β, ενώ ο ίδιος ο Σείριος ονομάζεται Σείριος Α), επειδή είναι μικροσκοπικός και πάρα πολύ θερμός, ονομάζεται λευκός νάνος. Ήταν ο πρώτος αστέρας αυτής της κατηγορίας που ανακαλύφθηκε, αλλά αργότερα διαπιστώθηκε ότι οι λευκοί νάνοι είναι πάμπολλοι. Ωστόσο, εμείς μπορούμε να δούμε μόνο εκείνους που βρίσκονται σχετικά κοντά μας, επειδή έχουν χαμηλή συνολική φωτεινότητα.

ΔΙΑΣ ΙΧ
   Ο αριθμός των δορυφόρων του Δία δεν είχε εξαντληθεί με την ανακάλυψη του Δία VI και του Δία VII.
Το 1908, ο Γάλλος αστρονόμος Φιλιμπέρ Ζακ Μελότ  ανακάλυψε τον Δία VIII, ο οποίος βρισκόταν σε ακόμη μεγαλύτερη απόσταση από τον Δία σε σχέση με τους δορυφόρους VI και VII. Η μέση απόσταση του Δία VIII από τον Δία είναι 23.500.000 περίπου χιλιόμετρα.
Το 1914, ο Αμερικανός αστρονόμος Σηθ Μπαρνς Νίκολσον (1891-1963) ανακάλυψε τον Δία ΙΧ. Ο δορυφόρος έχει μέση απόσταση από τον Δία 23.660.000 χιλιόμετρα και χρειάζεται δύο χρόνια και έναν μήνα για να ολοκληρώσει μια περιφορά γύρω από τον πλανήτη. Κανένας άλλος γνωστός δορυφόρος μέσα στο Ηλιακό Σύστημα δεν βρίσκεται τόσο μακριά από τον πλανήτη του και δεν έχει τόσο μεγάλη περίοδο περιφοράς.
Τόσο ο Δίας VIII όσο και ο Δίας ΙΧ έχουν διάμετρο 40 περίπου χιλιόμετρα και έχουν ονομασθεί Πασιφάη και Σινώπη, αντίστοιχα.

ΜΑΥΡΕΣ ΤΡΥΠΕΣ
   Όταν δημοσιεύθηκαν οι εξισώσεις της γενικής θεωρίας της σχετικότητα ς, ο πρώτος που βρήκε λύσεις για αυτές ήταν ο Γερμανός αστρονόμος Καρλ Σβάρτσιλντ (1873-1916). Ο Σβάρτσιλντ υπολόγισε επίσης τα βαρυτικά φαινόμενα που θα εμφανισθούν γύρω από έναν αστέρα του οποίου η μάζα είναι συγκεντρωμένη σε ένα σημείο.
Για να μπορέσει οριακά ένα αντικείμενο να απομακρυνθεί σε άπειρη απόσταση από ένα ουράνιο σώμα με την βοήθεια μιας αρχικής ώθησης, η ώθηση αυτή πρέπει να δώσει στο αντικείμενο μια αρχική ταχύτητα τέτοια ώστε, παρά την επιβράδυνση που εν συνεχεία θα υποστεί το αντικείμενο από την βαρυτική έλξη, η ταχύτητά του να μην μηδενιστεί, παρά μόνο όταν αυτό θεωρητικά φτάσει σε άπειρη απόσταση από το ουράνιο σώμα. Σε αυτή την περίπτωση, η βαρυτική έλξη δεν θα είναι ποτέ αρκετά ισχυρή ώστε να σταματήσει εντελώς το αντικείμενο. Αυτή η ταχύτητα διαφυγής, όπως ονομάζεται, είναι 11,2 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο για την Γη, αλλά μόνο 2,4 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο για την Σελήνη.
Σε γενικές γραμμές, η ταχύτητα διαφυγής από την επιφάνεια ενός ουράνιου σώματος είναι αύξουσα συνάρτηση της μάζας και της πυκνότητάς του. Περισσότερο από έναν αιώνα πριν, ο Λαπλάς  είχε επισημάνει ότι αν ένα σώμα έχει αρκετά μεγάλη μάζα και πυκνότητα, ακόμη και το φως δεν θα έχει αρκετή ταχύτητα για να διαφύγει από την επιφάνειά του.
Ο Σβάρτσιλντ μελέτησε την περίπτωση ενός αστέρα του οποίου η μάζα θα συμπιέζεται όλο και πιο πολύ, μέχρι που ο όγκος του αστέρα να μηδενίζεται, με αποτέλεσμα η βαρυτική έλξη στην επιφάνειά του να αυξάνεται απεριόριστα. Ο Σβάρτσιλντ υπολόγισε την απόσταση από ένα τέτοιο υλικό σημείο στην οποία το φως μόλις θα έχει αρκετή ταχύτητα για να διαφύγει. Αυτή είναι η λεγόμενη ακτίνα Σβάρτσιλντ. Αν ένα αντικείμενο πλησιάσει το υλικό σημείο σε απόσταση μικρότερη από την ακτίνα Σβάρτσιλντ, δεν θα μπορέσει να διαφύγει ποτέ. ακόμη και το φως.
Αφού ακόμη και το φως δεν θα μπορεί να διαφύγει, ένας τέτοιος αστέρας, θα λέγαμε, ότι συμπεριφέρεται σαν μια απύθμενη οπή στον χώρο. Μισόν αιώνα αργότερα, οι μάζες αυτές ονομάσθηκαν μαύρες τρύπες.

 

1917
ΔΙΑΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ
   Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι θεωρούσαν το Σύμπαν αμετάβλητο, αλλά και οι σύγχρονοι αστρονόμοι, μολονότι γνώριζαν ότι οι αστέρες μεταβάλλονται και κινούνται, δημιουργούνται και «πεθαίνουν», πίστευαν ότι οι μεταβολές αυτές αλληλοαναιρούνται, με αποτέλεσμα το Σύμπαν στο σύνολό του να παραμένει αμετάβλητο.
Ο Αϊνστάιν, όταν διατύπωνε τις εξισώσεις της γενικής θεωρίας της σχετικότητας, διαπίστωσε ότι, για να περιγράφουν οι εξισώσεις ένα στατικό Σύμπαν, ήταν απαραίτητο να γίνει μια προσθήκη. Έτσι προσέθεσε μια αυθαίρετη σταθερά, που ήταν έτσι διαμορφωμένη ώστε να δίνουν οι εξισώσεις το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αργότερα δήλωσε ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο επιστημονικό σφάλμα της ζωής του. Ωστόσο, ο Δανός αστρονόμος Βίλλεμ ντε Σίττερ (1872-1934) δεν δίστασε να προχωρήσει εκεί όπου οδηγούσαν φυσιολογικά οι εξισώσεις του Αϊνστάιν. Το 1917 επισήμανε ότι αν οι εξισώσεις λυθούν όπως είναι, χωρίς την προσθήκη της σταθεράς, περιγράφουν ένα Σύμπαν που διαστέλλεται. Η εικόνα ενός διαστελλόμενου σύμπαντος έμοιαζε αλλόκοτη, γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καμιά ένδειξη για μια τέτοια διαστολή. Ωστόσο, η άποψη του Σίττερ απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα την επόμενη δεκαετία.


1918
ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ

   Η έννοια του Γαλαξία είχε εισαχθεί στην αστρονομία από τον Χέρσελ. Από τότε, οι αστρονόμοι θεωρούσαν ότι ο Ήλιος βρίσκεται κοντά στο κέντρο του Γαλαξία, αφού οι αστέρες του Γαλαξία μάς περιβάλλουν σε μία λίγο ως πολύ ομοιόμορφη κατανομή, σχηματίζοντας ένα μεγάλο τόξο γύρω από τον ουρανό.
Υπήρχε όμως μια σημαντική ασυμμετρία. Η κατανομή των σφαιρωτών σμηνών δεν είναι ομοιόμορφη. (Σφαιρωτά σμήνη ονομάζονται ορισμένα πυκνά σφαιρικά συγκροτήματα που μπορεί να περιλαμβάνουν μέχρι και εκατό χιλιάδες αστέρες. Τα σμήνη αυτά εντοπίσθηκαν για πρώτη φορά από τον Χέρσελ).
Σχεδόν όλα τα σφαιρωτά σμήνη βρίσκονται στο ένα ημισφαίριο του ουρανού, κάτι που επισημάνθηκε για πρώτη φορά από τον γιο τού Χέρσελ, τον Τζων Φρέντερικ Χέρσελ (1792- 1871). Μάλιστα, το ένα τρίτο περίπου των σφαιρωτών σμηνών είναι συγκεντρωμένα στον αστερισμό του Τοξότη, μια περιοχή στην οποία ο Γαλαξίας παρουσιάζει την μεγαλύτερη λαμπρότητα και τον μεγαλύτερο αριθμό αστέρων.
Όταν οι Λήβιτ και Χέρτσπρουνγκ  ανακάλυψαν την μέθοδο των Κηφειδών για την μέτρηση αστρικών αποστάσεων, ήταν πλέον δυνατόν να εντοπισθούν Κηφείδες στα σφαιρωτά σμήνη και να προσδιορισθεί η απόστασή τους, επομένως και οι αποστάσεις των ίδιων των σφαιρωτών σμηνών.
Το έργο αυτό ανέλαβε ο Αμερικανός αστρονόμος Χάρλοου Σάπλυ (1885-1972), που χρησιμοποίησε το νέο τηλεσκόπιο των 2,54 μέτρων. Το 1918, ο Σάπλυ ολοκλήρωσε ένα τρισδιάστατο μοντέλο των σφαιρωτών σμηνών και παρατήρησε ότι τα σμήνη αυτά όριζαν ένα περίπου σφαιρικό σχήμα γύρω από ένα σημείο του αστερισμού του Τοξότη, που είχε πολύ μεγάλη απόσταση από το Ηλιακό Σύστημα. Ο Σάπλυ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα σφαιρωτά σμήνη είναι κατανεμημένα γύρω από το κέντρο του Γαλαξία και, όπως αποδείχθηκε αργότερα, το συμπέρασμά του ήταν σωστό. Υπολόγισε την απόσταση αυτού του κέντρου, αλλά η τιμή στην οποία κατέληξε ήταν λίγο μεγαλύτερη από την σωστή, κάτι που διορθώθηκε αργότερα. Τώρα γνωρίζουμε ότι το κέντρο του Γαλαξία απέχει 30.000 έτη φωτός από την Γη και ότι ο Γαλαξίας έχει διάμετρο 100.000 περίπου έτη φωτός. Το Ηλιακό μας Σύστημα, φυσικά, δεν βρίσκεται στο κέντρο του Γαλαξία. Απέχει γύρω στα 20.000 έτη φωτός από το ένα άκρο του και 80.000 έτη φωτός από το άλλο. Έτσι ο Σάπλυ εκθρόνισε τον Ήλιο από την θέση του στο κέντρο του Σύμπαντος, όπως ο Κοπέρνικος είχε εκθρονίσει την Γη.
Δεν μπορούμε να δούμε το κέντρο του Γαλαξία (και, πολύ λιγότερο, το άλλο μισό του τμήμα, που βρίσκεται πέρα από το κέντρο), γιατί μεσολαβούν σκοτεινά νέφη κονιορτού και αερίων. Έτσι αποδείχθηκε ότι δεν βρισκόμαστε στο κέντρο του Γαλαξία, αλλά στο κέντρο του τμήματος που μπορούμε να δούμε.
Χάρη στο έργο του Σάπλυ, οι αστρονόμοι απέκτησαν επιτέλους μια λίγο ως πολύ σωστή εικόνα για το μέγεθος του Γαλαξία και για την δική μας θέση στην περιφέρειά του. Αποδείχθηκε ότι ο Γαλαξίας είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι νόμιζαν ως τότε οι επιστήμονες. Περιλαμβάνει 100 έως 200 δισεκατομμύρια αστέρες. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που οι αστρονόμοι νόμιζαν ότι ο Γαλαξίας μας, και οι δύο πολύ μικρότεροι δορυφόροι γαλαξίες που τον συνοδεύουν, τα Νέφη του Μαγγελάνου, αποτελούν ολόκληρο το Σύμπαν.
Τα μεγέθη αυτά φαίνονταν ήδη τεράστια, στην πραγματικότητα όμως οι αστρονόμοι δεν είχαν συλλάβει ακόμη το πραγματικό μέγεθος του Σύμπαντος.

ΦΑΣΜΑΤΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ
   Οι διάφοροι αστέρες παρουσιάζουν διαφορετικά φάσματα. Μερικά από αυτά μοιάζουν με το φάσμα του Ήλιου, αλλά τα περισσότερα εμφανίζουν ριζικές διαφορές. Ο πρώτος που επισήμανε το γεγονός ήταν ο Ιταλός αστρονόμος Πιέτρο Άντζελο Σέκκι (1818-1878), ο οποίος, το 1867, χώρισε τα αστρικά φάσματα σε τέσσερις τύπους.
Ωστόσο, η ιδέα των φασματικών τύπων ωρίμασε με το έργο της Αμερικανίδας αστρονόμου Άννη Κάννον (1863-1941), η οποία, το 1918, άρχισε το μεγάλο και χρονοβόρο έργο της μελέτης και ταξινόμησης των φασμάτων πολλών χιλιάδων αστέρων.
Για τον σκοπό αυτό επινόησε ένα σύστημα ταξινόμησης που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και στο οποίο οι διάφοροι φασματικοί τύποι ονομάζονται με γράμματα του αλφαβήτου. Η Κάννον είχε προγραμματίσει να υπάρχει μια ομαλή μετάβαση από το Α στο Β, από το Β στο C.


1929
ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΑΞΙΩΝ

   Ο Σλάιφερ είχε μετρήσει την ακτινική ταχύτητα της Ανδρομέδας προτού ακόμη διαπιστωθεί ότι πρόκειται για έναν ανεξάρτητο αντικείμενο. Αργότερα μέτρησε την ακτινική ταχύτητα άλλων γαλαξιών και κατέληξε συμπέρασμα ότι όλοι, εκτός από δύο, απομακρύνονται από την Γη.
Ο Αμερικανός αστρονόμος Μίλτον Λα Χάμασον (συνέχισε την έρευνα αυτή, συνεργαζόμενος με τον Χαμπλ, τον αστρονόμο που είχε αποδείξει ότι η Ανδρομέδα είναι ανεξάρτητος γαλαξίας. Ο Χάμασον μέτρησε την ακτινική ταχύτητα πολλών ακόμη γαλαξιών και διαπίστωσε ότι όλοι απομακρύνονται από την Γη, ορισμένοι μάλιστα με ασυνήθιστα μεγάλες ταχύτητες.
Ο Χαμπλ μελέτησε με προσοχή όλα τα δεδομένα και χρησιμοποίησε διάφορες μεθόδους για να υπολογίσει τις αποστάσεις των διαφόρων γαλαξιών. Το 1929 αισθάνθηκε πλέον αρκετά βέβαιος για τα αποτελέσματα των ερευνών του ώστε να τα ανακοινώσει. Υποστήριξε ότι οι γαλαξίες απομακρύνονται από την Γη με ταχύτητα ανάλογη προς την απόστασή τους από αυτήν (νόμος του Χαμπλ).
Αλλά τί το σημαντικό έχει ο Γαλαξίας μας ώστε όλοι οι άλλοι γαλαξίες (με μοναδική εξαίρεση τους δύο πλησιέστερους) να απομακρύνονται; και γιατί εκείνοι που βρίσκονται πιο μακριά να απομακρύνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα από ό,τι οι πλησιέστεροι; Η πιο λογική εξήγηση αυτού του φαινομένου ήταν ότι το Σύμπαν διαστέλλεται, σύμφωνα με την θεωρία του Φρήντμαν  και, επομένως, οι γαλαξίες (ή τα σμήνη των γαλαξιών) απομακρύνονται όλοι μεταξύ τους και όχι μόνο από τον δικό μας γαλαξία. Δηλαδή, ένας παρατηρητής, σε όποιον γαλαξία και αν βρισκόταν, θα έβλεπε τους άλλους γαλαξίες να απομακρύνονται με ταχύτητα ανάλογη προς την απόστασή τους. (Το φαινόμενο γίνεται πιο κατανοητό με το ακόλουθο παράδειγμα, ένα ζυμάρι διάσπαρτο με σταφίδες το έχουμε βάλλει στο φούρνο και ψήνεται. Αρχικά οι σταφίδες έχουν σταθερές αποστάσεις μεταξύ τους, αλλά καθώς η ζύμη λόγω αύξησης της θερμοκρασίας αρχίζει και διογκώνεται, οι αποστάσεις μεταξύ των σταφίδων αυξάνονται και μάλιστα αυξάνεται η απόσταση τους τόσο περισσότερο όσο πιο απομακρυσμένη είναι η μια σταφίδα από την άλλη).
Με τον Χαμπλ, λοιπόν, το διαστελλόμενο Σύμπαν έπαυσε να είναι απλώς μια θεωρία και έγινε ένα παρατηρήσιμο γεγονός.

ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
   Δύο τρίτα περίπου του αιώνα ενωρίτερα, ο Άνγκστρεμ είχε αποδείξει την ύπαρξη υδρογόνου στον Ήλιο. Ωστόσο, μόνο το 1929 μελετήθηκε το ηλιακό φάσμα με τέτοιον τρόπο ώστε να σχηματισθεί μια σχετικά λεπτομερής εικόνα για την γενική σύσταση του Ηλίου.
Ο Ράσσελ, που είχε συντελέσει στην διαμόρφωση της Κύριας Ακολουθίας, απέδειξε ότι ο Ήλιος αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από υδρογόνο και ήλιο, σε αναλογία μάζας 3 προς 1. Από τα δευτερεύοντα συστατικά του Ηλίου, τα σημαντικότερα ήταν το οξυγόνο, το άζωτο, το νέον και ο άνθρακας. (Αργότερα αποδείχθηκε ότι παρόμοια σύσταση έχει και το Σύμπαν στο σύνολό του, από όσο μπορούν να προσδιορίσουν οι αστρονόμοι).

ΗΛΙΑΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
   Τρία τέταρτα του αιώνα ενωρίτερα, ο Χέλμχολτς είχε υποστηρίξει ότι ο Ήλιος αντλεί την ενέργειά του από την συστολή του, η οποία προκαλείται από την βαρύτητα. Η θεώρηση αυτή είχε δώσει μια απαράδεκτα μικρή τιμή για την ηλικία της Γης, αλλά δεν υπήρχε καμιά άλλη πιθανή πηγή ενέργειας, ώσπου ο Πιέρ Κιουρί απέδειξε την ύπαρξη της πυρηνικής ενέργειας. Μετά από την ανακάλυψη αυτή, έγινε αντιληπτό ότι η πηγή της ηλιακής ενέργειας μπορεί να είναι κάποια πυρηνική αντίδραση.
Το 1929, ο Τζωρτζ Γκάμοφ (1904-1968), Αμερικανός φυσικός γεννημένος στην Ρωσία, υποστήριξε ότι η ηλιακή ενέργεια προέρχεται από την μετατροπή πυρήνων υδρογόνου σε πυρήνες ηλίου, αφού αυτά τα δύο στοιχεία αποτελούν όλη σχεδόν την μάζα του Ηλίου, όπως είχε αποδείξει ο Ράσελ. Επειδή τέσσερις πυρήνες υδρογόνου ενώνονται για να σχηματίσουν έναν πυρήνα ηλίου, η αντίδραση αυτή ονομάσθηκε πυρηνική σύντηξη ή, πιο συγκεκριμένα, σύντηξη υδρογόνου.
Ωστόσο, οι γνώσεις γύρω από την πυρηνική σύντηξη ήταν ακόμη περιορισμένες και έτσι ο Γκάμοφ δεν μπορούσε να αναπτύξει λεπτομερώς την θεωρία του.


1930
ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ

   Ο Ποσειδώνας είχε ανακαλυφθεί από τους Ανταμς και Λε Βερριέ, επειδή η τροχιά του Ουρανού παρουσίαζε ανωμαλίες οι οποίες θα μπορούσαν να εξηγηθούν με την παρουσία ενός άγνωστου μακρινού πλανήτη.
Η παρουσία του Ποσειδώνα μείωσε αλλά δεν εξάλειψε εντελώς τις ανεξήγητες ανωμαλίες της τροχιάς του Ουρανού και μερικοί αστρονόμοι πίστευαν ότι μπορεί να υπάρχει ένας ακόμη πιο μακρινός, αλλά σχετικά μεγάλος πλανήτης, πέρα από τον Ποσειδώνα.
Ο Πέρσιβαλ Λόουελ (1855-1916), που είχε δεχθεί με πολύ ενθουσιασμό την θεωρία των διωρύγων στον Άρη, είχε ενθουσιασθεί επίσης με την ύπαρξη αυτού του Πλανήτη Χ, και αφιέρωσε πολύ χρόνο στον υπολογισμό της τροχιάς του και στην αναζήτησή του. Πέθανε χωρίς να τον ανακαλύψει, αλλά στο Αστεροσκοπείο Λόουελ, που είχε ο ίδιος ιδρύσει, η έρευνα συνεχίσθηκε.
Ο Αμερικανός αστρονόμος Κλάυντ Γουίλλιαμ Τομπώ ( γενν. το 1906) συνέχισε μεθοδικά την αναζήτηση. Η τεχνική που χρησιμοποίησε ήταν να παίρνει δύο φωτογραφίες του ίδιου μικρού τμήματος της ουράνιας σφαίρας σε δύο διαφορετικές μέρες. Καθεμία από αυτές τις φωτογραφίες περιελάμβανε από 50.000 μέχρι 400.000 αστέρες. Παρά τον τεράστιο αριθμό αστέρων, οι δύο εικόνες θα ήταν πανομοιότυπες αν οι φωτεινές κουκκίδες αντιπροσώπευαν αστέρες και μόνον αστέρες. Αν οι δύο εικόνες προβάλλονταν γρήγορα σε μια οθόνη η μία μετά την άλλη εναλλάξ, κανένας από τους αστέρες δεν θα άλλαζε θέση. Αν όμως ένας από τους «αστέρες» ήταν στην πραγματικότητα πλανήτης, ο οποίος είχε κινηθεί σε σχέση με τους αστέρες στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει ανάμεσα στις δύο λήψεις, με την γρήγορη εναλλαγή των εικόνων ο πλανήτης θα φαινόταν να παλινδρομεί ανάμεσα σε δύο θέσεις.
Στις 18 Φεβρουαρίου του 1930, ο Τομπώ ανακάλυψε μια τέτοια παλινδρόμηση στον αστερισμό των Διδύμων. Το μικρό μέγεθος της μετατόπισης έδειχνε ότι αυτό το ουράνιο σώμα κινείται πολύ αργά και, επομένως, πρέπει να βρίσκεται πέρα από τον Ποσειδώνα. Στις 13 Μαρτίου του 1930, κατά την εβδομηκοστή πέμπτη επέτειο της γέννησης του Λόουελ, ανακοινώθηκε η ανακάλυψη. Ο νέος πλανήτης ονομάσθηκε Πλούτωνας, επειδή το όνομα του Θεού του Άδη ταίριαζε σε έναν πλανήτη που απείχε τόσο πολύ από τον Ήλιο, αλλά και επειδή τα δύο πρώτα γράμματα αποτελούν τα αρχικά του ονόματος του Πέρσιβαλ Λόουελ.
Αργότερα, όμως, αποδείχθηκε ότι ο Πλούτωνας είναι ένας μικρός πλανήτης που δεν θα μπορούσε να επηρεάσει αισθητά την τροχιά του Ουρανού. Επομένως, η πιθανότητα να υπάρχει και άλλος μεγάλος πλανήτης πέρα από τον Ποσειδώνα παραμένει.

ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
   Ο Νίκολσον, ο αστρονόμος που ανακάλυψε τον Δία ΙΧ, ανέπτυξε επίσης ευαίσθητα θερμομετρικά όργανα, με τα οποία μπορούσε να προσδιορίσει την επιφανειακή θερμοκρασία ενός ουράνιου σώματος, όπως λ.χ. της Σελήνης, από την ποσότητα της θερμότητας που δεχόταν το όργανο. Με την βοήθεια αυτών των διατάξεων απέδειξε ότι η επιφανειακή θερμοκρασία της Σελήνης μειώνεται κατά 200°C σχεδόν κατά την περίοδο της έκλειψής της από την σκιά της Γης. Η Σελήνη δεν έχει ωκεανό και ατμόσφαιρα ώστε η θερμότητα να διατηρείται και να κυκλοφορεί και η μάζα της είναι τόσο κακός θερμικός αγωγός ώστε η επιφάνεια χάνει μεγάλη ποσότητα θερμότητας, προτού προλάβει να μεταφερθεί θερμότητα από τα βαθύτερα στρώματα για να αναπληρώσει την απώλεια.
Το 1930, ο Νίκολσον και ο Εντισον Πήττιτ πραγματοποίησαν τις πρώτες σχετικά ακριβείς μετρήσεις της θερμοκρασίας της σεληνιακής επιφάνειας. Οι τιμές τους διορθώθηκαν αργότερα και, σήμερα, γνωρίζουμε ότι η πλευρά της Σελήνης που φωτίζεται φθάνει σε μέγιστη θερμοκρασία 117° C. Η σκοτεινή πλευρά της Σελήνης, μετά από δύο εβδομάδες χωρίς να δέχεται ακτινοβολία από τον Ήλιο, και λίγο πριν την ανατολή του, έχει ψυχθεί στους -169°C, μια θερμοκρασία πολύ μικρότερη ακόμη και από τις χαμηλότερες θερμοκρασίες της Ανταρκτικής.
Αφού η μέση απόσταση της Γης από τον Ήλιο είναι ίση με την μέση απόσταση της Σελήνης από τον Ήλιο, βλέπουμε πόσο τυχερή είναι η Γη, που έχει μεγαλύτερη ταχύτητα περιστροφής γύρω από τον άξονά της, Πιο μικρές ημέρες, έναν ωκεανό που διατηρεί την θερμότητα και μια ατμόσφαιρα που διανέμει την θερμότητα σε ολόκληρο τον πλανήτη.


1931
ΡΑΔΙΟΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

   Ένας Αμερικανός μηχανικός ραδιο-ηλεκτρολόγος, ο Karl Jansky  (1905-1950), πειραματιζόμενος με μία κεραία στα εργαστήρια της εταιρείας Bell Telephon, ανακάλυψε την ύπαρξη των ραδιοκυμάτων, δηλαδή μια σταθερή ακτινοβολία που προερχόταν από το διάστημα. Η ανακάλυψή του αυτή συνέβη το έτος 1931 και ήταν ο προπομπός της γέννησης της Ραδιο-αστρονομίας.

1935
ΛΕΥΚΟΙ ΝΑΝΟΙ

   Το 1935 ο νεαρός Ινδός αστροφυσικός Σουμπραμανιάν Τσαντρασεκάρ (Subrahmanyan Chandrasekhar, 1910-1995), παρουσίασε τα αποτελέσματα των ερευνών του για τους λευκούς νάνους και τη μετέπειτα εξέλιξη των αστεριών, προκαλώντας την άμεση αντίδραση του καθηγητή της Αστρονομίας στο Cambridge, Sir Arthur Eddington που αρνήθηκε να δεχθεί τη θεωρία του Ινδού αστροφυσικού. Ο Τσαντρασεκάρ εγκατέλειψε τη Μ. Βρετανία και πήγε στις Η.Π.Α., στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, όπου τελειοποίησε τη θεωρία του. Σύμφωνα με αυτήν, αν η μάζα του αστεριού την περίοδο εξάντλησης του ηλίου στον πυρήνα του παραμένει μικρότερη των 1,4 ηλιακών μαζών (Μ<1,4 ΜΘ) –όριο Chandrasekhar- τότε η κατάρρευση των εξωτερικών στρωμάτων δεν μπορεί να δημιουργήσει στον πυρήνα θερμοκρασίες τέτοιες, που να μπορεί να κινητοποιήσει συνθήκες καύσης του άνθρακα. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού είναι ο αστέρας να καταλήξει αρχικά σε λευκό και στη συνέχεια σε μελανό νάνο.
Ο Σουμπραμανιάν Τσαντρασεκάρ το 1983 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Φυσικής.


1937
ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΣΚΟΠΙΟ

   Μπορεί ο Γιάνσκυ το 1932 να είχε ανακαλύψει ραδιοκύματα διαστημικής προέλευσης αλλά από τότε δεν είχε σημειωθεί καμία πρόοδος σε αυτόν τον τομέα, γιατί δεν υπήρχαν ακόμη οι απαραίτητες συσκευές για τον εντοπισμό και την ανάλυση της ακτινοβολίας.
Το 1936, όμως, ο Αμερικανός ραδιομηχανικός Γκρόουτ Ρέμπερ (γενν. το 1911), κατασκεύασε στην αυλή του σπιτιού του –στο Ουίλτον του Ιλλινόις- το πρώτο ραδιοτηλεσκόπιο. Ήταν η πρώτη παραβολοειδής κεραία με διάμετρο 9,5 μέτρα, η οποία εστίαζε σε ένα μοναδικό σημείο τα ραδιοκύματα που συνελάμβανε, ώστε να μπορεί να μετρηθεί η έντασή τους.
Με αυτό το ραδιοτηλεσκόπιο, ο Ρέμπερ ανακάλυψε ορισμένα σημεία του ουράνιου θόλου που εκπέμπουν ραδιοκύματα με μεγαλύτερη ένταση από ό,τι το γενικό υπόβαθρο και ήταν ο πρώτος που συνέταξε τον πρώτο ραδιοχάρτη του Γαλαξία μας και χαρτογράφησε πολλές εξω-γαλαξιακές ραδιοπηγές. Φυσικά, η εργασία του Ρέμπερ ήταν πρωτόγονη σε σχέση με τα όσα θα γίνονταν τις επόμενες δεκαετίες, για αρκετά χρόνια όμως ήταν ο μοναδικός ραδιοαστρονόμος στον κόσμο.


1939
ΑΣΤΕΡΕΣ ΝΕΤΡΟΝΙΩΝ

   Ο Τσβίκυ είχε υποστηρίξει ότι είναι δυνατή η ύπαρξη αστέρων νετρονίων. Το 1939, ο Οππενχάιμερ  ανέλυσε μαθηματικώς τις διάφορες δυνατότητες, με βάση τις γνώσεις που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τις πυρηνικές αντιδράσεις. Εν τούτοις, το θέμα παρέμεινε αυστηρά θεωρητικό, γιατί οι αστρονόμοι δεν είχαν ανακαλύψει κανένα τέτοιο ουράνιο σώμα — ούτε και θα ανακάλυπταν για τριάντα χρόνια ακόμη.
ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
   Η παλαιότερη αποδεκτή εκτίμηση της απόστασης του Ηλίου ήταν βασισμένη στην μέτρηση της παράλλαξης του Άρη, από τον Κασσίνι. Η μέτρηση της παράλλαξης των ουράνιων σωμάτων είχε γίνει πιο ακριβής με την πάροδο του χρόνου, αλλά ήταν πάντα δύσκολο να προσδιορισθεί η παράλλαξη του Άρη, γιατί α πλανήτης εμφανίζεται σαν μια μικρή σφαίρα στο τηλεσκόπιο, με αποτέλεσμα να υπάρχει κάποια ασάφεια στην μέτρηση της ακριβούς θέσης του.
Έναν σχεδόν αιώνα πριν, ο Γερμανός αστρονόμος Γιόχαν Γκότφρηντ Γκάλλε (1812-1910) είχε υποστηρίξει την ιδέα να χρησιμοποιηθεί η παράλλαξη ενός αστεροειδούς για να προσδιορισθεί η κλίμακα μεγέθους του Ηλιακού Συστήματος και η απόσταση του Ηλίου, αφού το μέγεθος και η σημειακή εμφάνιση του αστεροειδούς θα επέτρεπαν έναν πιο ακριβή προσδιορισμό της θέσης του. Ωστόσο, οι αστεροειδείς βρίσκονται πιο μακριά από τον Άρη και επομένως η παράλλαξή τους είναι μικρότερη και η μέτρησή της πιο δύσκολη.
Αργότερα όμως ανακαλύφθηκε από τον Βιτ  ο αστεροειδής Έρως, ο οποίος κατά καιρούς πλησίαζε στην Γη περισσότερο από οποιονδήποτε πλανήτη.
Το 1931, ο Έρως πλησίασε την Γη σε απόσταση 26.000.000 χιλιομέτρων και οι αστρονόμοι είχαν προετοιμάσει ένα εκτεταμένο και λεπτομερές πρόγραμμα παρατηρήσεων. Στο πρόγραμμα συμμετείχαν δεκατέσσερα αστεροσκοπεία σε εννέα χώρες, υπό την διεύθυνση του Άγγλου αστρονόμου Χάρολντ Τζόουνς (1890-1960). Η εκτέλεση του προγράμματος διήρκεσε επτά μήνες. Τα αστεροσκοπεία πήραν σχεδόν τρεις χιλιάδες φωτογραφίες και σε όλες προσδιορίσθηκε η θέση του Έρωτα.
Ακολούθησαν δέκα χρόνια υπολογισμών και, το 1941, ο Τζόουνς ανακοίνωσε ότι η απόσταση του Ηλίου είναι 149.677.039 χιλιόμετρα. Αυτός ήταν ο ακριβέστερος προσδιορισμός που είχε επιτευχθεί ως τότε και αντιπροσώπευε ίσως την ακριβέστερη τιμή που θα μπορούσε να ληφθεί με την μέθοδο της παράλλαξης. Για να επιτευχθεί μεγαλύτερη ακρίβεια έπρεπε να αναπτυχθούν άλλες, ακριβέστερες μέθοδοι.


1943
ΓΑΛΑΞΙΕΣ ΣΕΪΦΕΡΤ

   Το 1943 ο Αμερικανός αστρονόμος Καρλ Κήναν Σέιφερτ (Carl Keenan Seyfert, 1911-1989), ανακάλυψε έναν γαλαξία που δεν εντασσόταν σε κανέναν γνωστό τύπο. Από τότε ανακαλύφθηκαν και άλλοι παρόμοιοι γαλαξίες που σήμερα ονομάζονται προς τιμή του, «γαλαξίες Σέιφερτ» και είναι συνήθως σπειροειδής μ’ έναν λαμπρότατο πυρήνα. Οι γαλαξίες αυτοί είναι σχετικά σπάνιοι, αφού αποτελούν μόνο το 1% όλων των σπειροειδών γαλαξιών. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του φάσματός τους είναι οι πολύ φαρδιές γραμμές εκπομπής υδρογόνου -γεγονός που υποδηλώνει ότι ανάμεσα στα αστέρια τους υπάρχει αραιό αέριο σε πολύ υψηλή θερμοκρασία-, ενώ μέχρι σήμερα δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε ικανοποιητικά τη βίαιη ενεργειακή δραστηριότητα του πυρήνα τους.

1944
ΝΕΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΕΦΕΛΩΜΑΤΟΣ

   Επί δύο σχεδόν αιώνες. οι αστρονόμοι προσπαθούσαν να προσδιορίσουν κάποιον λογικό μηχανισμό ο οποίος θα εξηγούσε τον σχηματισμό του Ηλιακού Συστήματος. Η υπόθεση του νεφελώματος, που είχε διατυπωθεί από τον Λαπλάς, δεν μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός ότι το 98% της στροφορμής του Ηλιακού Συστήματος συγκεντρώνεται στους πλανήτες, Οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μόνο το 0,1% της συνολικής μάζας του συστήματος.
Ο Τσάμπερλιν είχε διατυπώσει την θεωρία των πλανητοειδών, η οποία δεχόταν ότι η παρ’ ολίγον σύγκρουση του Ηλίου με ένα άλλο ουράνιο σώμα απέσπασε ηλιακό υλικό μέσω της βαρυτικής έλξης και, από το υλικό αυτό, σχηματίσθηκαν οι πλανήτες. Αλλά ο Έντινγκτον  είχε αποδείξει ότι στο εσωτερικό των αστέρων επικρατούν τόσο υψηλές θερμοκρασίες, ώστε, ακόμη και αν κάποιος μηχανισμός αποσπούσε μια ποσότητα υλικού από τον Ήλιο, το υλικό αυτό θα διαχεόταν στο διάστημα χωρίς να σχηματίσει πλανήτες.
Το 1944, ο Βάιτσζαικερ  διατύπωσε μια νέα μορφή της υπόθεσης του νεφελώματος. Βασίσθηκε στα φαινόμενα στροβιλισμού που θα παρατηρούνταν στα εξωτερικά στρώματα ενός συμπυκνούμενου νεφελώματος και απέδειξε ότι, εξαιτίας αυτού του στροβιλισμού, θα σχηματίζονταν πλανήτες περίπου στις τροχιές στις οποίες εμφανίζονται σήμερα.
Επί πλέον, την ίδια περίπου εποχή αναπτύχθηκε ο τομέας της μαγνητο-υδροδυναμικής από τον Σουηδό αστρονόμο Χάννες Όλοφ Άλβεν (γενν. το 1908), με βάση τον οποίο προσδιορίσθηκε ο τρόπος με τον οποίο κινούνται τα αραιά αέρια μέσα σε μαγνητικό πεδίο και πώς μεταφέρουν ενέργεια και στροφορμή προς τα έξω. Έτσι λύθηκε το πρόβλημα της συγκέντρωσης της στροφορμής στους πλανήτες.
Το μοντέλο του Βάιτσζαικερ, με κάποιες δευτερεύουσες τροποποιήσεις, θεωρείται σήμερα ο πιθανότερος μηχανισμός σχηματισμού του Ηλιακού Συστήματος.


1947
ΤΟ ΝΕΦΕΛΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΠΗΓΗ ΡΑΔΙΟΚΥΜΑΤΩΝ

   Είχαν περάσει δεκαέξι χρόνια από τότε που Γιάνσκυ είχε εντοπίσει τα πρώτα ραδιοκύματα από το διάστημα, αλλά μόνο μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου αναπτύχθηκαν οι απαραίτητες τεχνικές που επέτρεψαν τον χειρισμό των μικροκυμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται στα ραντάρ. Οι τεχνικές αυτές μπορούσαν τώρα να εφαρμοσθούν στην αστρονομία.
Το 1947 ο Αυστραλός αστρονόμος Τζων Μπόλτον πραγματοποίησε παρατηρήσεις με ένα ραδιοτηλεσκόπιο που ήταν σε θέση να εντοπίσει την ραδιοπηγή με αρκετή ακρίβεια, ώστε να είναι δυνατός ο συσχετισμός της με ένα ορατό ουράνιο αντικείμενο. Έτσι διαπίστωσε ότι η τρίτη ισχυρότερη ραδιοπηγή του ουρανού είναι το Νεφέλωμα του Καρκίνου, το οποίο είναι υπόλειμμα της έκρηξης ενός υπερκαινοφανούς.
Το Νεφέλωμα του Καρκίνου ήταν το πρώτο οπτικό αντικείμενο για το οποίο ανακαλύφθηκε ότι είναι και ραδιοπηγή. Ήταν η πρώτη ένδειξη ότι η ραδιοαστρονομία αποτελεί μια τεχνική με την οποία είναι δυνατόν να γίνουν ανακαλύψεις που δεν είναι εφικτές μέσω της μελέτης του ορατού φωτός και μόνο.

Η ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΤΟΥ ΑΡΗ
Από τότε που ο Σκιαπαρέλλι είχε ανακαλύψει τις «διώρυγες» του Άρη, ένα μέρος του κοινού, ακόμη και μερικοί αστρονόμοι, πίστευαν ότι μπορεί να υπάρχει ζωή στον Άρη.
Το 1947, όμως, ο Τζέραρντ Πήτερ Κουίπερ (1905-1973), Αμερικανός αστρονόμος γεννημένος στην Ολλανδία, ανέλυσε το ανακλώμενο υπέρυθρο φως του Άρη και ανακοίνωσε ότι η ατμόσφαιρά του αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από διοξείδιο του άνθρακα. Δεν υπήρχε καμιά ένδειξη για την ύπαρξη αζώτου, οξυγόνου ή υδρατμών. Μετά από την ανακάλυψη αυτή, ήταν πλέον αδύνατον να στηριχθεί η αντίληψη ότι στον Άρη μπορεί να υπάρχει ένας προοδευμένος πολιτισμός ή ακόμη και οποιαδήποτε μορφή ζωής, πέρα από τις απλούστερες δυνατές.


1948
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ

   Ο Λεμαίτρ είχε υποστηρίξει ότι το Σύμπαν είχε αρχικά την μορφή ενός συμπυκνωμένου κοσμικού αυγού, το οποίο εξερράγη και άρχισε να διαστέλλεται.
Το 1948, ο Γκάμοφ  εξέτασε πολύ πιο λεπτομερώς τις συνέπειες μιας τέτοιας έκρηξης (την οποία ονόμασε Μεγάλη Έκρηξη). Ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να εξηγήσει πώς σχηματίσθηκαν τα διάφορα χημικά στοιχεία μετά την έκρηξη.
Ο Γκάμοφ προέβλεψε επίσης ότι η Μεγάλη Έκρηξη προκάλεσε την έκλυση μιας τεράστιας ποσότητας ενέργειας και ότι η θερμοκρασία του Σύμπαντος μειωνόταν με την διαστολή του, ώστε σήμερα να βρίσκεται μερικούς μόνο βαθμούς πάνω από το απόλυτο μηδέν. Έτσι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρχει μια μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου που θα προέρχεται εξίσου από όλα τα μέρη του ουρανού και θα έχει το μήκος κύματος που αρμόζει σε ένα Σύμπαν με την θερμοκρασία αυτή.

ΜΙΡΑΝΤΑ
   Επί έναν σχεδόν αιώνα, οι αστρονόμοι πίστευαν ότι ο Ουρανός έχει τέσσερις δορυφόρους. Το 1948, όμως, ο Κουίπερ, που είχε περιγράψει την ατμόσφαιρα του Άρη, εντόπισε και έναν πέμπτο δορυφόρο του πλανήτη. Ήταν μικρότερος από τους άλλους τέσσερις και πλησιέστερος προς τον Ουρανό. Επειδή σε τρεις από τους δορυφόρους είχαν δοθεί ονόματα πνευμάτων που εμφανίζονται σε έργα του Σαίξπηρ (Όμπερον και Τιτάνια από το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», και Αριήλ από την «Τρικυμία»), ο Κουίπερ ονόμασε τον νέο δορυφόρο Μιράντα, από την ηρωίδα της «Τρικυμίας».
Η Μιράντα ήταν ο πρώτος δορυφόρος που πήρε την ονομασία του από το όνομα ανθρώπου και όχι θεότητας ή πνεύματος — αν και ο άνθρωπος αυτός, βέβαια, δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο.


1949
ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΚΟΜΗΤΩΝ

   Η προσέγγιση ενός κομήτη στον Ήλιο έχει ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό μιας νεφελώδους κόμης και μιας ουράς. Το 1949, ο Αμερικανός αστρονόμος Φρεντ Χουίπλ (γενν. το 1906) υποστήριξε ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να εξηγηθεί, αν δεχθούμε ότι οι κομήτες είναι παγωμένα σώματα, που αποτελούνται από ένα μίγμα πυριτικών αλάτων υπό μορφή κονιορτού και μεγαλύτερων σωματιδίων. (Σε μερικές περιπτώσεις είναι δυνατόν να υπάρχει και ένας πετρώδης πυρήνας). Όταν το υλικό αυτό θερμανθεί λόγω της προσέγγισης του κομήτη στον Ήλιο, ο πάγος εξαχνώνεται κατά εκρηκτικό τρόπο και ο κονιορτός που περιέχει σχηματίζει την κόμη και την ουρά. Με λίγα λόγια, οι κομήτες έχουν χαρακτήρα «λερωμένης χιονόμπαλας».
Η θεωρία αυτή υιοθετήθηκε αμέσως από τους περισσότερους αστρονόμους και ελάχιστοι πλέον την αμφισβητούν.


1950
ΝΕΦΟΣ ΚΟΜΗΤΩΝ

   Ήταν γνωστό επί έναν τουλάχιστον αιώνα ότι οι κομήτες είναι, σχετικώς, βραχύβια ουράνια σώματα. Με κάθε προσέγγισή τους στον Ήλιο, ένα σημαντικό μέρος της μάζας τους εξαχνώνεται, χωρίς να μπορεί να αντικατασταθεί (αν δεχθούμε ότι οι κομήτες είναι «λερωμένες χιονόμπαλες»). Ακόμη και ένας μεγάλος κομήτης μπορεί να πραγματοποιήσει μερικές μόνο χιλιάδες επιστροφές στην περιοχή του Ηλίου και οι αστρονόμοι είχαν ήδη παρατηρήσει κομήτες να διαλύονται κατά την διέλευσή τους κοντά από τον Ήλιο.
Αλλά, τότε, γιατί δεν είχαν εξαντληθεί οι κομήτες; Το 1950, ο Ολλανδός αστρονόμος Γιαν Όορτ (γενν. το 1900) υποστήριξε ότι πρέπει να υπάρχει ένα τεράστιο απόθεμα τέτοιων σωμάτων, ένα πελώριο σφαιρικό νέφος παγωμένων κομητών. Ο αριθμός τους μπορεί να φθάνει τα εκατό δισεκατομμύρια και πρέπει να κινούνται σε μια περιοχή που απέχει 1 έως 2 έτη φωτός από τον Ήλιο. Οι κομήτες αυτοί μπορεί να αποτελούν το εξώτερο υλικό του αρχικού νεφελώματος, υλικό που παρέμεινε σε αυτή την περιοχή όταν, πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια, το υπόλοιπο υλικό συμπυκνώθηκε και σχημάτισε τον Ήλιο και τους πλανήτες.
Κατά διαστήματα, διάφορες συγκρούσεις ή η βαρυτική έλξη των πλησιέστερων αστέρων μπορεί να μεταβάλει την ταχύτητα περιστροφής κάποιου κομήτη, επιτρέποντάς του να εισέλθει στο εσωτερικό Ηλιακό Σύστημα, όπου γίνεται ορατός από τους παρατηρητές στην Γη. Ο Όορτ υπολόγισε ότι το 20% περίπου του αρχικού νέφους έχει μετακινηθεί προς το εσωτερικό του Ηλιακού Συστήματος (ή προς το εξωτερικό του, εξερχόμενο στον διαστρικό χώρο), αλλά εξακολουθεί να υπάρχει ένας ικανός αριθμός κομητών.
Δεν υπάρχει καμιά άμεση απόδειξη για την ύπαρξη αυτού του νέφους των κομητών (που ονομάζεται και Νέφος Όορτ). αλλά η θεωρία αυτή έχει γίνει δεκτή από τους περισσότερους αστρονόμους.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ HERBIG-HARO
   Το 1950 οι αστρονόμοι Herbig και Haro ανακάλυψαν ένα ιδιόμορφο μεσο-αστρικό αντικείμενο που παρουσιαζόταν σαν μία νεφελώδεις συμπύκνωση μεσο-αστρικών αερίων και σκόνης, που η μάζα της ήταν μικρότερη από το 0,0001 της ηλιακής μάζας. Τα ουράνια αυτά αντικείμενα αποτελούν συμπυκνώσεις θερμού αερίου, με νεφελώδη εμφάνιση και σχήμα που πλησιάζει το σφαιρικό. Αστρικά σώματα αυτού του τύπου μπορούμε να βρούμε στις περιοχές διαφόρων νεφελωμάτων όπως αυτά του Ωρίωνα, του Ταύρου, του Περσέα κ.ά. Επικρατεί η άποψη ότι τα αντικείμενα αυτά αποτελούν μικρά τμήματα νεφελώματος, που ίσως κάποτε περιέβαλαν κάποιο πρωτο-αστέρα.
Η ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΩΝΑ
   O Πλούτωνας είχε ανακαλυφθεί χάρη στις ανεξήγητες ανωμαλίες της τροχιάς του Ουρανού. Οι αστρονόμοι θεώρησαν ότι οι ανωμαλίες πρέπει να οφείλονται στην ύπαρξη ενός άγνωστου πλανήτη και υπολόγισαν την θέση στην οποία πρέπει να βρίσκεται ένας τέτοιος πλανήτης. (Με τον ίδιο τρόπο είχε ανακαλυφθεί και ο Ποσειδώνας. Η παρουσία του είχε εξηγήσει το μεγαλύτερο μέρος των ανωμαλιών που παρουσιάζει η τροχιά του Ουρανού, δεν τις είχε εξηγήσει όμως όλες).
Αν το ανεξήγητο μέρος των ανωμαλιών οφειλόταν στην παρουσία του Πλούτωνα, η μάζα αυτού του πλανήτη θα έπρεπε να είναι αρκετές φορές μεγαλύτερη από τη μάζα της Γης. Αρχικά οι αστρονόμοι είχαν θεωρήσει ότι ο Πλούτωνας έχει το απαραίτητο μέγεθος που θα εξηγούσε τις ανωμαλίες της τροχιάς του Ουρανού, κατόπιν όμως διαπιστώθηκε ότι είναι πολύ αμυδρός και επομένως είναι αδύνατον να έχει τόσο μεγάλη μάζα. Αυτή η ανακάλυψη προκάλεσε μεγάλη έκπληξη στους αστρονόμους.
Το 1950, ο Κουίπερ, ο αστρονόμος που είχε ανακαλύψει την Μιράντα  και την Νηρηίδα, κατόρθωσε να διακρίνει τον Πλούτωνα με την μορφή δίσκου και να μετρήσει το φαινόμενο πλάτος του. Έτσι απέδειξε ότι η διάμετρός του δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 5.800 χιλιόμετρα. Επομένως, ο πλανήτης αυτός ήταν μικρότερος από τον Άρη, πράγμα που εξηγούσε και την πολύ μικρή λαμπρότητά του. Αλλά, αφού ο Πλούτωνας έχει τόσο μικρό μέγεθος, δεν μπορεί να οφείλονται σ’ αυτόν οι ανωμαλίες της τροχιάς του Ουρανού και ο εντοπισμός του στο προβλεφθέν σημείο πρέπει να ήταν καθαρά σύμπτωση.
Έτσι, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πέρα από την τροχιά του Ποσειδώνα πρέπει να υπάρχει άλλος ένας πλανήτης με αρκετά μεγάλη μάζα ώστε να προκαλεί τις ανωμαλίες της τροχιάς του Ουρανού. Πάντως, μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπισθεί κανένας τέτοιος πλανήτης.


1951
ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ

   Η σπειροειδής δομή των γαλαξιών είχε περιγραφεί για πρώτη φορά από τον Ρος, αλλά η δομή του δικού μας Γαλαξία παρέμενε άγνωστη. Επειδή ζούμε μέσα σε αυτόν, δεν είμαστε σε θέση να τον παρατηρήσουμε από το εξωτερικό του, και, επομένως, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε την μορφή του.
Το 1951, όμως, οι αστρονόμοι μπορούσαν πλέον να ανιχνεύσουν τα ραδιοκύματα με μεγάλη ακρίβεια και ο Αμερικανός αστρονόμος Γουίλλιαμ Μόργκαν (γενν. το 1906) διέκρινε τα χαρακτηριστικά ραδιοκύματα του ιονισμένου υδρογόνου τα οποία εκπέμπονται από πολύ θερμούς και λαμπρούς αστέρες. Οι αστέρες αυτοί συνήθως εντοπίζονται στους σπειροειδείς βραχίονες των γαλαξιών. Όταν εντοπίσθηκαν αρκετές τέτοιες γραμμές ιονισμένου υδρογόνου που προέρχονταν από τον Γαλαξία μας, οι αστρονόμοι οδηγηθήκαν στο συμπέρασμα ότι ο Γαλαξίας έχει σπειροειδείς βραχίονες, σαν τον γαλαξία της Ανδρομέδας. Ο Ήλιος μας βρίσκεται σε έναν από τους σπειροειδείς βραχίονες.

ΔΙΑΣ ΧΙΙ
   Ο Σηθ Νίκολσον, ο οποίος, σε ένα διάστημα τεσσάρων δεκαετιών. είχε ανακαλύψει τρεις από τους μικρούς εξωτερικούς δορυφόρους του Δία, το 1951 ανακάλυψε και έναν τέταρτο. Ήταν ο δωδέκατος δορυφόρος του Δία που είχε ανακαλυφθεί και, γι’ αυτό, ονομάσθηκε Δίας ΧΙΙ.
Ο Δίας ΧΙΙ είχε διάμετρο μόνο 32 χιλιομέτρων και αργότερα του δόθηκε το όνομα Ανάγκη.


1955
ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΓΑΛΑΞΙΩΝ

   Η ραδιαστρονομία εξακολουθούσε να αποκαλύπτει στους αστρονόμους πληροφορίες που δεν ήταν διαθέσιμες με την απλή οπτική παρατήρηση.
Μια ραδιοπηγή στον αστερισμό του Κύκνου ήταν ασυνήθιστα ισχυρή και η οπτική διερεύνηση της περιοχής αποκάλυψε έναν γαλαξία με παράξενο σχήμα, που έμοιαζε με δύο συγκρουόμενους γαλαξίες.
Ο Σοβιετικός αστρονόμος Βίκτορ Αμαζάσποβιτς Αμπαρτσουμιάν (γενν. το 1908) εξέτασε με προσοχή την φύση της ραδιοπηγής και υποστήριξε ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για έναν γαλαξία ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση έκρηξης. Η θεωρία του επιβεβαιώθηκε από μεταγενέστερες παρατηρήσεις.
Η συγκεκριμένη ραδιοπηγή ήταν ένα ακόμη παράδειγμα των λεγόμενων ενεργών γαλαξιών, στον πυρήνα των οποίων συντελούνται συμβάντα που εκλύουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Ενώ η οπτική παρατήρηση έδινε την εντύπωση ότι το Συμπάν είναι γαλήνιο και ειρηνικό (με μοναδική εξαίρεση τους καινοφανείς και τους υπερκαινοφανείς), η ραδιοαστρονομία άρχισε να αποκαλύπτει ότι είναι ένας απροσδόκητα βίαιος χώρος.

ΓΕΝΝΗΣΗ ΑΣΤΕΡΩΝ
   Όσο μεγαλύτερη μάζα έχει ένας αστέρας, τόσο πιο λαμπρός είναι, τόσο πιο γρήγορα καταναλώνει το απόθεμα των πυρηνικών καυσίμων του και τόσο βραχύτερη είναι η διάρκεια της ζωής του στην κύρια ακολουθία. Ο Ήλιος σχηματίσθηκε πριν από 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, δηλαδή 10 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια μετά την δημιουργία του Σύμπαντος και θα παραμείνει στην κύρια ακολουθία για  5,6 δισεκατομμύρια χρόνια ακόμη.
Οι αστέρες με μάζα μεγαλύτερη από τη μάζα του Ηλίου μπορεί να έχουν διάρκεια ζωής στην Κύρια ακολουθία μικρότερη από ένα δισεκατομμύριο χρόνια ή, ίσως, και μερικά εκατομμύρια χρόνια μόνο. Οι αστέρες αυτού του είδους, που σήμερα εξακολουθούν να βρίσκονται μέσα στην κύρια ακολουθία, πρέπει να έχουν σχηματισθεί πριν από ένα δισεκατομμύριο χρόνια, ή μόλις πριν από μερικά εκατομμύρια χρόνια. Αυτό μας οδηγεί στην σκέψη ότι μπορεί σήμερα να υπάρχουν μεσοαστρικά νέφη από τα οποία σχηματίζονται ακόμη αστέρες.
Παραδείγματος χάριν, έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι το Νεφέλωμα του Ωρίωνα είναι ένας ενεργός πυρήνας σχηματισμού αστέρων. Το 1955, ο Αμερικανός αστρονόμος Τζωρτζ Χόουαρντ Χέρμπιγκ (γενν. το 1920) διέκρινε στο Νεφέλωμα του Ωρίωνα δύο αστέρες που δεν είχαν παρατηρηθεί δύο χρόνια πριν. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί κάποιοι απ΄ εμάς να υπήρξαμε μάρτυρες της γέννησης αυτών των αστέρων.

ΡΑΔΙΟΚΥΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑ
   Τα ραδιοκύματα δεν εκπέμπονται μόνο από τους αστέρες και τους γαλαξίες. Το 1955, ο Αμερικανός αστρονόμος Κέννεθ Φράνκλιν (γενν. το 1923) εντόπισε ραδιοκύματα που προέρχονταν από τον πλανήτη Δία. Τα κύματα αυτά ήταν μη θερμικά, δηλαδή δεν παρουσίαζαν το πρότυπο που θα περιμέναμε αν η εκπομπή τους οφειλόταν στην θερμοκρασία των νεφών που καλύπτουν τον Δία. Σχετικά με την εκπομπή αυτών των ραδιοκυμάτων, διατυπώθηκε η υπόθεση ότι οφείλονται σε φορτισμένα σωματίδια που κινούνται στην περιοχή του Δία, υπόθεση που, αργότερα, διαπιστώθηκε ότι είναι σωστή.
Η ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΩΝΑ
   Οι αστρονόμοι είχαν συγκεντρώσει ελάχιστες πληροφορίες για τον Πλούτωνα, λόγω της τεράστιας απόστασής του από την Γη. Ωστόσο, το 1955 διαπιστώθηκε ότι το φως του παρουσιάζει μια ελαφρά διακύμανση με περίοδο 6,4 ημερών. Το προφανές συμπέρασμα ήταν ότι ο Πλούτωνας περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του με περίοδο 6,4 ημερών και ότι το ένα ημισφαίριό του ανακλά λιγότερο φως από το άλλο.

 

1956
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

   Οι επιστήμονες πίστευαν από καιρό ότι η Αφροδίτη, αφού είναι πιο κοντά στον Ήλιο απ’ ό,τι η Γη, πρέπει να έχει υψηλότερη θερμοκρασία από τον πλανήτη μας, αν και το πυκνό στρώμα νεφών που καλύπτουν την επιφάνειά της μάλλον ανακλά ένα μεγάλο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας. Εξάλλου, η παρουσία αυτών των νεφών οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι στην Αφροδίτη υπάρχουν μεγάλες ποσότητες νερού, το οποίο μπορεί να μετριάζει τα έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα. Έτσι, επικρατούσε γενικά η εντύπωση ότι στην Αφροδίτη επικρατούν ήπιες συνθήκες.
Ωστόσο, κάθε αντικείμενο εκπέμπει μικροκύματα και όσο υψηλότερη είναι η θερμοκρασία του τόσο μικρότερο είναι το μήκος κύματος των μικροκυμάτων. Όταν αναπτύχθηκε η ραδιοαστρονομία, τα ραδιοτηλεσκόπια έγιναν αρκετά ευαίσθητα ώστε να εντοπίζουν τα μικροκύματα που εκπέμπονται από τους πλανήτες.
Το 1956, μια ομάδα Αμερικανών αστρονόμων, με επικεφαλής τον Κόρνελ Μάγερ (Μεγετ), μελέτησε τα μικροκύματα που εκπέμπονται από την σκοτεινή πλευρά της Αφροδίτης. Η φύση τους απέδειξε σαφώς ότι κάτι πάνω στην Αφροδίτη, είτε η ίδια η επιφάνεια του πλανήτη είτε κάποιο στρώμα της ατμόσφαιράς του, βρίσκεται σε θερμοκρασία πολύ υψηλότερη από το σημείο βρασμού του νερού. Αυτή η ανακάλυψη κλόνισε σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη ότι στην Αφροδίτη επικρατούν ήπιες συνθήκες, μια αντίληψη που, αργότερα, καταρρίφθηκε ολοκληρωτικά.


1957
ΣΠΟΥΤΝΙΚ

   Πριν από τρεις σχεδόν αιώνες, ο Νεύτων είχε επισημάνει ότι ένας πύραυλος μπορεί να θέσει ένα όχημα σε τροχιά γύρω από την Γη. Μετά την ανάπτυξη του πυραύλου V-2 από την Γερμανία κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Σοβιετική Ένωση σχεδίαζαν την εκτόξευση ενός τέτοιου πυραύλου. Φυσικά, οι Αμερικανοί θεωρούσαν βέβαιο ότι, με την ανώτερη τεχνολογία που διέθεταν, θα το κατόρθωναν πριν από τους Σοβιετικούς.
Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες δέχθηκαν ένα πολύ δυσάρεστο πλήγμα όταν, στις 4 Οκτωβρίου του 1957, οι Σοβιετικοί έθεσαν σε τροχιά τον πρώτο δορυφόρο. Ονομαζόταν Σπούτνικ Ι (ρωσική λέξη που σημαίνει «δορυφόρος») και με αυτόν άρχισε η Διαστημική Εποχή.


1959
ΣΕΛΗΝΙΑΚΟΙ ΒΟΛΙΣΤΗΡΕΣ
   Στις 2 Ιανουαρίου του 1959, η Σοβιετική Ένωση εκτόξευσε τον Λούνικ Ι. Ήταν ο πρώτος πύραυλος που υπερέβη την ταχύτητα διαφυγής (11,2 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο) και αποσπάστηκε από το βαρυτικό πεδίο της Γης. Στόχος της εκτόξευσης ήταν η Σελήνη και, έτσι, ο Λούνικ Ι επρόκειτο να γίνει ο πρώτος σεληνιακός δορυφόρος. Ωστόσο, η εκτόξευση ήταν άστοχη και το σκάφος πέρασε σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την Σελήνη και μπήκε σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, με αποτέλεσμα να γίνει ο πρώτος τεχνητός πλανήτης.
Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1959, η Σοβιετική Ένωση εκτόξευσε τον Λούνικ ΙΙ. Η προσπάθεια αυτή ήταν πιο εύστοχη. Το σκάφος προσέκρουσε στην Σελήνη και, για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα αντικείμενο κατασκευασμένο από τον άνθρωπο έφθασε στην επιφάνεια ενός άλλου ουράνιου σώματος.
Στις 4 Οκτωβρίου 1959, δύο χρόνια ακριβώς μετά την πρώτη εκτόξευση δορυφόρου, η Σοβιετική Ένωση εκτόξευσε τον Λούνικ ΙΙΙ, που πέρασε πίσω από την Σελήνη. Το σκάφος έστειλε στην Γη τις πρώτες φωτογραφίες της αθέατης πλευράς της Σελήνης, την οποία δεν είχε δει ποτέ έως τότε ο άνθρωπος. Φωτογράφιζε επί σαράντα λεπτά, από ύψος 65.000 περίπου χιλιομέτρων την σεληνιακή επιφάνεια. Οι φωτογραφίες ήταν θολές, έδειξαν όμως ότι η αθέατη πλευρά της Σελήνης καλύπτεται από κρατήρες όπως και η ορατή, αν και δεν παρουσιάζει τις λεγόμενες θάλασσες, δηλαδή τις εκτάσεις που δεν έχουν κρατήρες και που παρατηρούνται στην πρόσθια πλευρά. Δεν έχει δοθεί ακόμη καμιά εξήγηση για την διαφορά αυτή που εμφανίζεται ανάμεσα στις δύο πλευρές του δορυφόρου της Γης.

ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΓΗΣ
   Τον προηγούμενο χρόνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εκτοξεύσει έναν μικρό δορυφόρο, τον Βάνγκαρντ Ι, ο οποίος εκτελούσε μία περιφορά γύρω από την Γη κάθε 2,5 ώρες, και η τροχιά του μπορούσε να μελετηθεί λεπτομερώς. Το περίγειό του (το σημείο στο οποίο ο δορυφόρος πλησίαζε περισσότερο στην Γη) παρουσίαζε μια μετατόπιση σε κάθε περιφορά, η οποία οφειλόταν εν μέρει στην βαρυτική έλξη που ασκούσε στον δορυφόρο η διόγκωση που εμφανίζει η Γη κατά μήκος του ισημερινού.
Το 1959, και αφού ο Βάνγκαρντ Ι είχε εκτελέσει χιλιάδες περιφορές, ήταν πλέον φανερό ότι το περίγειό του επηρεάζεται λίγο περισσότερο από την διόγκωση νότια του ισημερινού από ό,τι από την διόγκωση βόρεια του ισημερινού. Αυτό σήμαινε ότι η διόγκωση νότια του ισημερινού είναι λίγο μεγαλύτερη (κατά 7,5 μέτρα περίπου) από τη διόγκωση βόρεια του ισημερινού.
Με τον τρόπο αυτό το σχήμα της Γης προσδιορίσθηκε με μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί με γήινες παρατηρήσεις. Αυτό έδειξε ότι, με την έξοδό μας στο διάστημα, μπορούμε να μάθουμε περισσότερα πράγματα και για την ίδια την Γη.

ΗΛΙΑΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ
   Ήταν γνωστό επί ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα ότι οι ηλιακές εκλάμψεις είναι φαινόμενα υψηλής ενέργειας που συντελούνται στην επιφάνεια του Ηλίου. Κατά καιρούς είχε παρατηρηθεί ότι, μερικές ημέρες μετά την εμφάνιση μιας εκλάμψεως στην ηλιακή επιφάνεια, ακολουθούσε μια μαγνητική θύελλα στην Γη. Προφανώς, οι εκλάμψεις εξέπεμπαν κάποια ακτινοβολία η οποία έφθανε τελικά στην Γη.
Τον προηγούμενο χρόνο, ο Αμερικανός φυσικός Γιουτζήν Πάρκερ (γενν. το 1927) είχε υποστηρίξει ότι ο Ήλιος εκπέμπει φορτισμένα σωματίδια προς όλες τις κατευθύνσεις και ότι αυτά εξαπλώνονται σε όλο το Ηλιακό Σύστημα, περνώντας έτσι και από την Γη. Ο Πάρκερ είχε ονομάσει τα σωματίδια ηλιακό άνεμο.
Επομένως, μια ηλιακή έκλαμψη μπορεί να δημιουργεί μια ασυνήθιστα ισχυρή «ριπή» τέτοιων σωματιδίων, τα οποία, όταν φθάνουν στην Γη, προκαλούν ενίσχυση των συνήθων επιδράσεων του ηλιακού ανέμου.
Η ύπαρξη του ηλιακού ανέμου επιβεβαιώθηκε από τους βολιστήρες Λούνικ ΙΙ και Λούνικ ΙΙΙ το 1959, κατά την πορεία τους προς την Σελήνη, καθώς και από μεταγενέστερους εξερευνητικούς δορυφόρους.


1961
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

   Το 1957, η Σοβιετική Ένωση είχε εκτοξεύσει σε τροχιά έναν δορυφόρο με επιβάτη έναν σκύλο (την Λάϊκα), ο οποίος αργότερα θανατώθηκε ανώδυνα. Το 1960, η Σοβιετική Ένωση και πάλι εκτόξευσε δύο σκύλους στο διάστημα και τους επανάφερε στην Γη ζωντανούς. Εκείνο που ακολούθησε το 1961 ήταν αναπόφευκτο.
Στις 21 Απριλίου του 1961, ο Γιούρι Αλεξέγιεβιτς Γκαγκάριν (1934-1968) εκτοξεύθηκε σε τροχιά γύρω από την Γη, με το διαστημόπλοιο Βοστόκ Ι. Το σκάφος του εκτέλεσε μία περιφορά γύρω από την Γη σε 89 λεπτά και ο Γκαγκάριν επέστρεψε στην Γη ζωντανός. Στις 6 Αυγούστου του 1961, ένας δεύτερος Σοβιετικός κοσμοναύτης, ο Γκέρμαν Στεπάνοβιτς Τίτοφ (γενν. το 1935), εκτοξεύθηκε σε τροχιά γύρω από την Γη. Το σκάφος του εκτέλεσε δεκαεπτά περιφορές γύρω από τον πλανήτη και παρέμεινε στο διάστημα για μία ολόκληρη ημέρα.

ΑΝΑΚΛΑΣΗ ΜΙΚΡΟΚΥΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Δεκαπέντε χρόνια πριν, είχε επιτευχθεί ανάκλαση μικροκυμάτων από την Σελήνη. Το εγχείρημα αυτό ήταν σχετικά εύκολο. Το 1961, η τεχνική είχε βελτιωθεί πλέον αρκετά ώστε να μπορούν να σταλούν μικροκύματα στην Αφροδίτη, που βρίσκεται σε απόσταση εκατό φορές μεγαλύτερη από της Σελήνης. Το πείραμα εκτελέσθηκε και οι ανακλάσεις ελήφθησαν από πέντε διαφορετικές επιστημονικές ομάδες, μία σοβιετική, μία βρετανική και τρεις αμερικανικές.
Τα μικροκύματα διέσχισαν το διάστημα με την ταχύτητα του φωτός και, από τον χρόνο που παρήλθε από την εκπομπή της αρχικής δέσμης έως την λήψη της ανακλασθείσας, μπορούσε να προσδιορισθεί η απόσταση της Αφροδίτης και επομένως η γενική κλίμακα μεγεθών του Ηλιακού Συστήματος. Ο προσδιορισμός αυτός ήταν πολύ ακριβέστερος από εκείνον που είχε πραγματοποιηθεί με βάση τις παρατηρήσεις του αστεροειδούς Έρωτα.


1962
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

   Στις 20 Φεβρουαρίου του 1962, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν τον πύραυλο Friendship 7, ο οποίος έθεσε σε τροχιά γύρω από την Γη τον πρώτο Αμερικανό αστροναύτη. Λεγόταν Τζων Χέρσελ Γκλεν ο νεώτερος ( γεν. το 1921) και παρέμεινε στο διάστημα επί 5 ώρες.
ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΙ ΔΟΡΥΦΟΡΟΙ
   Ο Ηχώ 1  μπορούσε να λειτουργήσει ως παθητικός τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος, αφού ήταν δυνατόν να εκτοξευθεί πάνω του μια δέσμη ραδιοκυμάτων, η οποία στην συνέχεια θα επέστρεφε στην Γη, σε ένα σημείο που είχε μεγάλη απόσταση από το σημείο εκπομπής. Ωστόσο, η ανακλώμενη δέσμη ήταν πολύ ασθενική και δεν μπορούσε να χρησιμεύσει σε τίποτα, πέρα από το να αποδείξει ότι ένα τέτοιο εγχείρημα είναι εφικτό.
Στις 10 Ιουλίου του 1962, σι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν τον Τeistar 1, έναν γνήσιο τηλεπικοινωνιακό δορυφόρο, ο οποίος όχι μόνο δεχόταν ραδιοκύματα αλλά και τα ενίσχυε προτού τα επανεκπέμψει. Χάρη στον Τeinstar 1 και στους πολλούς άλλους τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους που ακολούθησαν, οι τηλεπικοινωνίες έγιναν πλέον πολύ εύκολες και γρήγορες, ακόμη και ανάμεσα σε μέρη που χωρίζονται από ολόκληρες ηπείρους ή ωκεανούς. Σήμερα ο άνθρωπος έχει δυνατότητες Παγκόσμιας επικοινωνίας και, από την άποψη αυτή, η Γη έχει γίνει πλέον μια ενιαία Παγκόσμια κοινότητα.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟΙΟΥ ΓΙΑ ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
   Κατά τα πρώτα πέντε χρόνια της Διαστημικής Εποχής, μοναδικοί στόχοι των διαστημικών αποστολών ήταν η Γη και η Σελήνη. Το 1962 άρχισε η εποχή των πλανητικών βολιστήρων, δηλαδή διαστημικών σκαφών που ο σκοπός τους ήταν να πλησιάσουν σε άλλους πλανήτες και να αποστείλουν πληροφορίες γι’ αυτούς στην Γη.
Ο πρώτος επιτυχημένος πλανητικός βολιστήρας ήταν ο Μάρινερ 2, που εκτοξεύθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 27 Αυγούστου του 1962. Σκοπός του ήταν να πλησιάσει την Αφροδίτη, η οποία προσεγγίζει την Γη περισσότερο από κάθε άλλον πλανήτη. Στις 14 Δεκεμβρίου του 1962, ο Μάρινερ 2 διήλθε σε απόσταση 35.000 χιλιομέτρων από το στρώμα νεφών που καλύπτει την επιφάνεια της Αφροδίτης.
Στην διάρκεια του ταξιδιού του, ο Μάρινερ 2 απέστειλε στην Γη στοιχεία που απέδειξαν αναμφισβήτητα την ύπαρξη του ηλιακού ανέμου. Ανίχνευσε επίσης την μικροκυματική ακτινοβολία της Αφροδίτης και επιβεβαίωσε ότι η θερμοκρασία στην επιφάνειά της είναι 4750  C περίπου, δηλαδή υψηλότερη από το σημείο τήξεως του κασσιτέρου και του μόλυβδου και από το σημείο βρασμού του υδραργύρου.

ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
   Αν και η Αφροδίτη πλησιάζει στην Γη περισσότερο από κάθε άλλο πλανήτη, η περίοδος της περιστροφής της παρέμενε άγνωστη. Φαινόταν σαν ειρωνεία, αφού ήταν ήδη γνωστή η περίοδος περιστροφής των άλλων πλανητών, ακόμη και του πολύ μακρινού Πλούτωνα. Ο λόγος ήταν ότι τα πυκνά νέφη που καλύπτουν την Αφροδίτη δεν επιτρέπουν στους αστρονόμους να παρατηρήσουν την επιφάνειά της και να εντοπίσουν ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία, από τα οποία θα μπορούσαν να προσδιορίσουν την περίοδο περιστροφής του πλανήτη.
Αλλά, αν τα φωτεινά κύματα δεν μπορούν να διαπεράσουν τα νέφη, τα μικροκύματα μπορούν. Εξάλλου, αν μια δέσμη μικροκυμάτων ανακλασθεί από ένα αντικείμενο που κινείται κάθετα προς την δέσμη (πράγμα που θα ίσχυε για την Αφροδίτη λόγω της περιστροφής της), τότε το μήκος κύματος της δέσμης αυξάνεται και παραμορφώνεται. Από την έκταση της παραμόρφωσης, μπορεί να υπολογισθεί η ταχύτητα περιστροφής του σώματος.
Το 1962, οι Αμερικανοί αστρονόμοι Ρόναλντ Κάρπεντερ και Ρίτσαρντ Γκόλντσταϊν απέδειξαν ότι η Αφροδίτη έχει εκπληκτικά μεγάλη περίοδο περιστροφής, 250 περίπου ημέρες. (Αργότερα, πιο ακριβείς μετρήσεις κατέδειξαν ότι η τιμή είναι 243,09 ημέρες). Επί πλέον, η Αφροδίτη περιστρέφεται αντίστροφα, από ανατολικά προς τα δυτικά, και όχι από δυτικά προς τα ανατολικά, όπως συμβαίνει με την Γη και άλλα σώματα του Ηλιακού Συστήματος. Ακόμη δεν έχει δοθεί μια βέβαιη εξήγηση σε αυτό το φαινόμενο.

ΑΚΤΙΝΕΣ Χ
   Στις 18 Ιουνίου του 1962 οι Αστρονόμοι R. Giacconi, H. Guirsky, F. Paolini και R.Rossi εξαπέλυσαν για αστρονομικούς σκοπούς μια ρουκέτα που έφθασε σε ύψος 225 χιλιομέτρων πάνω από την επιφάνεια της Γης. Τα όργανα με τα οποία ήταν εξοπλισμένη, κατέγραψαν τεράστιες ποσότητες ακτινοβολιών στην περιοχή των ακτίνων Χ, που προερχόταν από την κατεύθυνση του αστερισμού  του Σκορπιού. Ήταν η στιγμή που γεννήθηκε η Αστρονομία των ακτίνων Χ.

1963
ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΣΚΟΠΙΟ ΑΡΕΣΙΒΟ

   Το 1963 άρχισε να χρησιμοποιείται το μεγαλύτερο ραδιοτηλεσκόπιο που είχε κατασκευασθεί ως τότε. Βρίσκεται 13 περίπου χιλιόμετρα νότια του Αρεσίβο, στο Πόρτο Ρίκο, και έχει διάμετρο 300 περίπου μέτρα. Ωστόσο, το τηλεσκόπιο αυτό δεν είναι κινητό, αλλά παραμένει στραμμένο πάντα προς το ίδιο σημείο.
ΠΗΓΕΣ ΑΚΤΙΝΩΝ Χ
   Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, οι μοναδικές πληροφορίες που έφθαναν ως την Γη από τους αστέρες ήταν τα ορατά φωτεινά κύματα. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, είχαν μελετηθεί και τα μικροκύματα που εκπέμπονται από διάφορα ουράνια σώματα. Τόσο το φως όσο και τα μικροκύματα μπορούν να διαπεράσουν την ατμόσφαιρα της Γης, υπάρχουν όμως άλλες μορφές ακτινοβολίας που δεν μπορούν. Αυτές είναι δυνατόν να μελετηθούν μόνο με πυραύλους, που μεταφέρουν τα κατάλληλα όργανα πέρα από τα όρια της ατμόσφαιρας.
Οι ακτίνες Χ που εκπέμπονται από τα ουράνια σώματα απορροφούνται πλήρως από την ατμόσφαιρα και δεν μπορούν να παρατηρηθούν από την επιφάνεια της Γης. Ωστόσο, χάρη στους πυραύλους, έγινε δυνατός ο εντοπισμός ακτίνων Χ στην ηλιακή ακτινοβολία.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις πραγματοποιήθηκαν το 1963, όταν ο Μπρούνο Ρόσσι, ο οποίος είχε κάνει σημαντικές μελέτες πάνω στις κοσμικές ακτίνες, άρχισε να χρησιμοποιεί πυραύλους, για να παρατηρήσει αν ανακλώνται ακτίνες Χ από την Σελήνη. Δεν κατόρθωσε να παρατηρήσει την ακτινοβολία αυτή από την Σελήνη, την εντόπισε όμως να προέρχεται από το Νεφέλωμα του Καρκίνου, καθώς και από τα υπολείμματα ενός άλλου υπερκαινοφανούς στον αστερισμό του Σκορπιού.
Καθώς οι παρατηρήσεις με πυραύλους γίνονταν πιο συχνές και πιο ακριβείς, ανακαλύφθηκαν και πολλές άλλες πηγές ακτίνων Χ έξω από τα όρια του Ηλιακού Συστήματος.

ΥΔΡΟΞΥΛΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ
   Ο Τράμπλερ είχε αποδείξει ότι στον μεσοαστρικό χώρο υπάρχει εξαιρετικά αραιή ύλη και οι Βαν ντε Χουλστ και ο Πάρσελ είχαν αποδείξει ότι στο διάστημα υπάρχουν άτομα υδρογόνου.
Ήταν φυσικό να θεωρηθεί ότι αυτά τα μεσοαστρικά αέρια αποτελούνται από μεμονωμένα άτομα, αφού είναι τόσο αραιά ώστε να υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες σύγκρουσης μεταξύ των ατόμων, επομένως και ελάχιστες πιθανότητες ένωσής τους.
Ας υποθέσουμε όμως ότι συμβαίνουν συγκρούσεις. Τα τρία πιο διαδεδομένα άτομα είναι εκείνα του υδρογόνου, του ηλίου και του οξυγόνου. Τα άτομα του ηλίου δεν ενώνονται με άλλα άτομα (καθώς τα άτομα του ηλίου είναι χημικώς αδρανή), είναι όμως δυνατόν δύο άτομα υδρογόνου να ενωθούν για να σχηματίσουν ένα μόριο υδρογόνου ή ένα άτομο υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου να ενωθούν και να σχηματίσουν μία ρίζα υδροξυλίου.
Η ρίζα υδροξυλίου είναι τόσο δραστική ώστε ενώνεται γρήγορα με άλλα άτομα, με αποτέλεσμα η ρίζα αυτή να μην υπάρχει σε ελεύθερη κατάσταση στην Γη. Στο διάστημα, όμως, οι πιθανότητες να συναντηθεί μια ρίζα υδροξυλίου με κάποιο άλλο άτομο είναι τόσο μικρές, ώστε είναι δυνατόν να συσσωρευθεί ένας αριθμός τέτοιων ελεύθερων ριζών.
Αν είναι σωστή αυτή η υπόθεση, τότε οι ρίζες του υδροξυλίου θα πρέπει να εκπέμπουν μικροκύματα με χαρακτηριστικά μήκη κύματος. Το 1963 παρατηρήθηκαν δύο από αυτά τα μήκη κύματος, γεγονός που αποτελεί ένδειξη για την παρουσία ριζών υδροξυλίου στον δια-πλανητικό χώρο.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ
   Στις 18 Ιουνίου του 1963, και ενώ η Διαστημική Εποχή βρισκόταν στον έκτο χρόνο της, η Σοβιετική Ένωση εκτόξευσε το διαστημόπλοιο Βοστόκ 6, που μετέφερε την Βαλεντίνα Βλαντιμίροβνα Τερεσκόβα (γενν. το 1937), την πρώτη γυναίκα που τοποθετήθηκε σε τροχιά γύρω από την Γη.
ΚΒΑΖΑΡΣ
   Οι Κβάζαρς είναι ιδιόμορφα ουράνια αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά το 1963 στον αστερισμό της Παρθένου. Ο πρώτος κβάζαρ που ανακαλύφθηκε, το1963, ήταν ο 3C 273, δηλαδή η ραδιοπηγή με αύξοντα αριθμό 273 στον τρίτο κατάλογο του Cambridge (3C). Ο Ολλανδός αστρονόμος Maarten Schmith (γεν. 1929) διαπίστωσε ότι η πηγή αυτή αντιστοιχούσε σ’ ένα ουράνιο αντικείμενο, που έμοιαζε με αμυδρό αστέρι, και βρισκόταν σε ασύλληπτα  μεγάλη απόσταση ίση με 2 δισεκατομμύρια έτη φωτός. Επιπλέον υπολόγισε ότι το αντικείμενο αυτό ακτινοβολούσε ενέργεια ίση με 1046 erg/sec, δηλαδή ένα πραγματικά τεράστιο ποσό ενέργειας, που ισοδυναμούσε με την εκπεμπόμενη ενέργεια από 109  Ήλιους. Τα ιδιόμορφα αυτά ουράνια αντικείμενα ονομάστηκαν κβάζαρς (quasars=quasi stellar sources) δηλαδή αστρόμορφες πηγές, ή ημι-αστέρες (quasi stars), επειδή στις φωτογραφικές πλάκες εμφανίζονται σαν μικροί αστρικοί δίσκοι.
Οι κβάζαρς όπως πιστεύουμε σήμερα, εντάσσονται στην κατηγορία των ενεργών γαλαξιών. Θεωρούμε ότι, μάλλον, είναι πυρήνες ενεργών γαλαξιών και δικαιολογούμε τα τεράστια ποσά ενέργειας που εκπέμπουν με την υπόθεση ότι αυτά προέρχονται από τη ροή και εν συνεχεία την πτώση τεράστιων ποσοτήτων ύλης μέσα σε υπερμεγέθεις μελανές οπές που βρίσκονται στο κέντρο τους.
Είναι πιθανόν να δημιουργούνται από συγκρούσεις δύο μεγάλων σπειροειδών γαλαξιών με παραπλήσιες μάζες και αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, δεν είναι απίθανο ο Γαλαξίας μας να μετατραπεί σε κβάζαρ, όταν συγκρουσθεί με τον γαλαξία της Ανδρομέδας. Όπως είναι γνωστό οι δύο γαλαξίες προσεγγίζουν με ταχύτητα 220 Km/sec, είναι σπειροειδείς  και παραπλήσιας μάζας και πιθανότατα στους πυρήνες τους φιλοξενούνται μελανές οπές.
Η ανακάλυψη αυτών των σωμάτων ήταν καθοριστική για την Αστροφυσική, αφού άλλαξε τις αντιλήψεις μας για τις διαστάσεις και την ιστορία του Σύμπαντος.


1964
ΜΙΚΡΟ-ΚΥΜΑΤΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ ΥΠΟΒΑΘΡΟΥ

Ο Άρνο Πεντζίας (γενν. Το 1933), Αμερικανός φυσικός γεννημένος στην Γερμανία, και ο Αμερικανός ραδιοαστρονόμος Ρόμπερτ Γουίλσον (γενν. το 1936) προσπαθούσαν να προσδιορίσουν τα χαρακτηριστικά των ραδιοπηγών που ενδέχεται να υπάρχουν στα εξωτερικά τμήματα του Γαλαξία. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησαν μια μεγάλη χοανοειδή κεραία που είχε κατασκευασθεί για να λαμβάνει τις ανακλάσεις ραδιοκυμάτων από τον δορυφόρο Ηχώ.
Τον Μάιο του 1964, ανακάλυψαν μια μικροκυματική ακτινοβολία την οποία δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. Όταν έλαβαν υπ’ όψιν τους όλες τις πιθανές πηγές σφάλματος (ακόμη και τα περιττώματα των περιστεριών που υπήρχαν μέσα στην κεραία), διαπίστωσαν ότι υπήρχε πραγματικά μια σαφής μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου, η οποία ερχόταν με ίση ένταση από όλες τις κατευθύνσεις.
Στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν το φαινόμενο, απευθύνθηκαν στον Αμερικανό φυσικό Ρόμπερτ Ντίκε (γενν. το 1916), ο οποίος θυμήθηκε ότι ο Γκάμοφ είχε προβλέψει την ύπαρξη μιας τέτοιας ακτινοβολίας, ως συνέπεια της Μεγάλης Έκρηξης.
Η ακτινοβολία υποβάθρου είναι χαρακτηριστική για ένα Σύμπαν με μέση θερμοκρασία 3 βαθμών πάνω από το απόλυτο μηδέν. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το Σύμπαν, μετά την Μεγάλη Έκρηξη, είχε πολύ υψηλότερη θερμοκρασία και στην συνέχεια ψύχθηκε, με αποτέλεσμα η μέση θερμοκρασία του να λάβει την σημερινή της τιμή. Η ακτινοβολία υποβάθρου αποτελεί, θα έλεγε κανείς, ένα «απολιθωμένο» κατάλοιπο της Μεγάλης Έκρηξης (σαν την ζέστη που απομένει στην εστία ενός τζακιού μετά το σβήσιμό του) και η ύπαρξή της υποδηλώνει ότι η έκρηξη αυτή είναι ο πιθανότερος μηχανισμός με τον οποίο δημιουργήθηκε το Σύμπαν.
Για την ανακάλυψή τους, ο Πεντζίας και ο Γουίλσον τιμήθηκαν, από κοινού με άλλον επιστήμονα, με το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής το 1978.

ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΗ ΠΤΗΣΗ ΜΕ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΛΗΡΩΜΑ
   Στις 12 Οκτωβρίου του 1964, η Σοβιετική Ένωση εκτόξευσε το διαστημόπλοιο Βοσχόντ 1, το οποίο μετέφερε τρεις κοσμοναύτες σε τροχιά γύρω από την Γη. Ήταν ο πρώτος πύραυλος με πολυμελές πλήρωμα.

1965
ΚΡΑΤΗΡΕΣ ΣΤΟΝ ΑΡΗ

   Στις 28 Νοεμβρίου του 1964, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν το διαστημόπλοιο Μάρινερ 4, το οποίο  θα εξερευνούσε τον Άρη. Στις 14 Ιουλίου του 1965, ο Μάρινερ 4 πλησίασε τον πλανήτη σε απόσταση 10.000 περίπου χιλιομέτρων. Κατά την διέλευσή του, πήρε μια σειρά είκοσι φωτογραφιών, τις οποίες μετέτρεψε σε σήματα μικροκυμάτων και τις έστειλε με αυτήν την μορφή στην Γη, όπου μετατράπηκαν και πάλι σε φωτογραφίες.
Για πρώτη φορά στην ιστορία, ο άνθρωπος είχε στην διάθεσή του κοντινές εικόνες της επιφάνειας του Άρη. Οι φωτογραφίες έδειξαν την ύπαρξη κρατήρων που έμοιαζαν πολύ με τους κρατήρες της Σελήνης. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος διωρύγων.
Οι φωτογραφίες κάλυπταν ένα ελάχιστο τμήμα της επιφάνειας του Άρη, αλλά η γενική εντύπωση που έδωσαν ήταν ότι πρόκειται για έναν πλανήτη που μοιάζει πάρα πολύ με την Σελήνη και όχι με την Γη. Η αντίληψη ότι στον Άρη υπάρχει ένας προηγμένος πολιτισμός που κατασκεύασε τις διώρυγες είχε ήδη κλονισθεί σημαντικά, αφού οι επιστήμονες γνώριζαν ότι η ατμόσφαιρα του πλανήτη είναι πάρα πολύ αραιή και δεν περιέχει οξυγόνο και οι φωτογραφίες του Μάρινερ 4 έδωσαν την χαριστική βολή.

ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΕΡΜΗ
   Ο Σκιαπαρέλλι είχε υποστηρίξει ότι ο Ερμής στρέφει σταθερά την μία πλευρά του προς τον Ήλιο.
Αυτή η άποψη είχε αμφισβητηθεί, αφού, αν ήταν ορθή, η σκοτεινή πλευρά του Ερμή θα έπρεπε να είναι πάρα πολύ ψυχρή. Το 1962 ανιχνευθήκαν μικροκύματα από την σκοτεινή πλευρά του Ερμή, τα οποία αντιστοιχούσαν σε θερμοκρασία αρκετά υψηλότερη από την θερμοκρασία που θα αναμενόταν αν η πλευρά ήταν βυθισμένη συνεχώς στο σκοτάδι.
Το 1965, δύο Αμερικανοί ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, ο Ραλφ Ντάις (γενν. το 1929) και ο Γκόρντον ΙΙέττενγκαϊλ, μελετώντας ανακλάσεις μικροκυμάτων από την επιφάνεια του Ερμή, απέδειξαν ότι η περίοδος περιστροφής του πλανήτη γύρω από τον άξονά του είναι 59 περίπου ημέρες, ενώ η περίοδος της περιφοράς του γύρω από τον ‘Ήλιο είναι 88 ημέρες. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι πλευρές του πλανήτη εκτίθενται κατά διαστήματα στο ηλιακό φως. Αργότερα, διαπιστώθηκε ότι η περίοδος περιστροφής του Ερμή είναι 58,65 ημέρες, δηλαδή τα δύο τρίτα της περιόδου περιφοράς του, με αποτέλεσμα ο Ερμής να στρέφει την ίδια πλευρά προς τον Ήλιο σε κάθε δεύτερη περιφορά του.

ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ
   Το 1965, αστροναύτες εξήλθαν από το διαστημόπλοιό τους και, συγκρατούμενοι με ειδικό σχοινί προσδέσεως, παρέμειναν για λίγο αιωρούμενοι στο διάστημα (φορώντας διαστημικές στολές, φυσικά). Η διαδικασία αυτή ονομάσθηκε διαστημικός περίπατος.
Ο πρώτος που πραγματοποίησε αυτό το εγχείρημα ήταν ο Σοβιετικός κοσμοναύτης Αλεξέι Λεόνοφ, ο οποίος εξήλθε από το διαστημόπλοια Βοσχόντ ΙΙ στις 18 Μαρτίου του 1965. Ο Αμερικανός αστροναύτης Έντουαρντ Χουάιτ ο δεύτερος (1930-1967) εξήλθε από το διαστημόπλοιό του, το Τζέμινι 4 στις 3 Ιουνίου του 1965.

ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ
Τα διαστημόπλοια αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερες δυνατότητες ελιγμών στο διάστημα. Στις 15 Δεκεμβρίου του 1965, ο αμερικανικός δορυφόρος Τζέμινι 7, αφού είχε παραμείνει στο διάστημα επί δεκατέσσερις μέρες, πλησίασε σε απόσταση μερικών μέτρων τον Τζέμινι 6, ο οποίος είχε εκτοξευθεί νωρίτερα. Ήταν το πρώτο διαστημικό ραντεβού.
ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΙ ΔΟΡΥΦΟΡΟΙ
  Στις 6 Απριλίου του 1965, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν τον Έρλν Μπερντ, τον πρώτο τηλεπικοινωνιακό δορυφόρο, που προοριζόταν κυρίως για εμπορική χρήση. Ο δορυφόρος περιείχε 240 κυκλώματα φωνής και έναν τηλεοπτικό δίαυλο. Τον ίδιο χρόνο, οι Σοβιετικοί άρχισαν κι αυτοί να εκπέμπουν τηλεπικοινωνιακά σήματα προς το διάστημα.
ΒΟΛΙΣΤΗΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
   Η Σοβιετική Ένωση έκανε επανειλημμένες προσπάθειες να εξερευνήσει την Αφροδίτη. Το 1965, ένας από τους βολιστήρες που εκτοξεύθηκαν για τον σκοπό αυτό προσέκρουσε στην Αφροδίτη και αποτέλεσε έτσι το πρώτο ανθρώπινο αντικείμενο που έφθανε σε άλλον πλανήτη.

1966
Η ΣΕΛΗΝΗ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ

   3 Φεβρουαρίου του 1966, το σοβιετικό διαστημικό σκάφος Λούνα 9 πραγματοποίησε την πρώτη ομαλή προσεδάφιση στην Σελήνη (προσεδάφιση κατά την οποία δεν καταστρέφεται το σκάφος) και, κατά την κάθοδό του, φωτογράφισε την σεληνιακή επιφάνεια. Στις 2 Ιουνίου, το αμερικανικό σεληνιακό σκάφος Σαρβέγιορ 1 επανέλαβε το εγχείρημα και πήρε περισσότερες φωτογραφίες ανώτερης  ποιότητας. Ο σοβιετικός σεληνιακός βολιστήρας Λούνα 10 ήταν ο πρώτος που, στις 3 Απριλίου, εισήλθε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη. Ακολούθησε η πρώτη από μια σειρά αμερικανικών βολιστήρων που κινήθηκαν σε τροχιά γύρω από την Σελήνη (Σεληνιακοί Τροχιακοί Βολιστήρες) και με τους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρτογράφησαν λεπτομερώς ολόκληρη την επιφάνεια της Σελήνης, τόσο της θεατής όσο και της αθέατης πλευράς.
Δ1ΑΣΤΗΜ1ΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ
   Στις 16 Μαρτίου, ο αμερικανικός δορυφόρος Τζέμινι 8 συνδέθηκε με ένα άλλο διαστημικό σκάφος που βρισκόταν σε τροχιά γύρω από την Γη. Ήταν η πρώτη σύνδεση διαστημοπλοίων, ένας ελιγμός που θα ήταν απαραίτητος για την ασφαλή μετάβαση και επιστροφή ανθρώπων από την Σελήνη.

1967
ΠΑΛΣΑΡ

    Υπήρχαν επί αρκετά χρόνια ενδείξεις για την ύπαρξη στον ουρανό ραδιοπηγών, η ένταση των οποίων μεταβάλλεται μέσα σε σύντομα χρονικά διαστήματα. Αλλά, τα ραδιοτηλεσκόπια της εποχής δεν είχαν τον κατάλληλο σχεδιασμό ώστε να είναι σε θέση να καταγράφουν τέτοιες γρήγορες αυξομειώσεις.
Ωστόσο, στην Μεγάλη Βρετανία άρχισε η κατασκευή μιας συστοιχίας 2.048 διαφορετικών δεκτών κατανεμημένων σε μια περιοχή με εμβαδόν σχεδόν 12 στρεμμάτων. Η επίβλεψη του έργου είχε ανατεθεί στον Βρετανό αστρονόμο Άντονυ Χιούις (γενν. το 1924). Η συστοιχία ήταν σχεδιασμένη έτσι ώστε να ανιχνεύει σύντομες μεταβολές της έντασης των μικροκυμάτων.
Τον Ιούλιο του 1967 άρχισε η λειτουργία της συστοιχίας και, μέσα σε έναν μήνα, η φοιτήτρια της αστρονομίας Τζάσλυν Μπελ εντόπισε «ριπές» μικροκυμάτων οι οποίες πήγαζαν από ένα σημείο που βρισκόταν στο μέσο της απόστασης ανάμεσα στον Βέγα και τον Αετό. Οι ριπές είχαν εκπληκτικά σύντομη διάρκεια, μόλις ένα τριακοστό του δευτερολέπτου. Ακόμη πιο εκπληκτικό ήταν το γεγονός ότι ακολουθούσαν η μία την άλλη κατά απολύτως τακτά χρονικά διαστήματα, των οποίων η διάρκεια υπολογίσθηκε αργότερα ότι είναι 1,33730109 δευτερόλεπτα.
Αυτό το ουράνιο σώμα ονομάσθηκε τελικά παλλόμενος αστέρας και καθιερώθηκε η συντομευμένη ονομασία πάλσαρ.
Αργότερα ανακαλύφθηκαν εκατοντάδες πάλσαρ. Ο Χιούις τιμήθηκε, από κοινού με έναν άλλο αστρονόμο, με το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής το 1974.

ΑΚΤΙΝΕΣ Γ
   Το έτος 1967, κάποια περίοδο, οι Αμερικάνοι με τους δορυφόρους VELA, ήλεγχαν μέσω της καταγραφής τεχνητών πυρηνικών εκτονώσεων, την εφαρμογή της συμφωνίας απαγόρευσης πυρηνικών δοκιμών στο διάστημα που είχε υπογραφεί μεταξύ Η.Π.Α. και ΕΣΣΔ το 1963. Δύο απ’ αυτούς τους δορυφόρους, σε κάποια στιγμή της περιπολίας τους, κατέγραψαν εκπομπές ισχυρής ακτινοβολίας γ, οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με πυρηνικές δοκιμές, αλλά προέρχονταν από άγνωστα μέχρι εκείνη τη στιγμή ουράνια αντικείμενα. Μετά από μία σειρά επαληθεύσεων, στις πηγές αυτής της ακτινοβολίας δόθηκε το όνομα «εκρηκτικές πηγές ακτινοβολίας γ» (Gamma ray busters).
Η κοινοποίηση αυτής της ανακάλυψης έγινε το 1973 από τους Klebesadel, Stong και Olson και κέντρισε το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας. Διατυπώθηκε η άποψη ότι προερχόταν από αστέρια νετρονίων, αστέρια τα οποία συνοδεύονται από ισχυρά μαγνητικά πεδία. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε στις 5 Μαρτίου του 1979, με την ταύτιση της εκρηκτικής πηγής ακτίνων γ, με το υπόλειμμα Ν29 του υπερκαινοφανούς άστρου που βρίσκεται στο Μεγάλο Νέφος του Μαγγελάνου και όπως πιστεύουμε υπάρχει εκεί ένας αστέρας νετρονίων.

Η ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

   Η Σοβιετική Ένωση εξακολούθησε να στέλνει βολιστήρες στην Αφροδίτη, οι οποίοι όμως δεν άντεχαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην πολύ υψηλή θερμοκρασία και πίεση που χαρακτηρίζουν την ατμόσφαιρα της Αφροδίτης.
Το 1967 ήταν πλέον βέβαιο ότι η ατμόσφαιρα του πλανήτη αυτού είναι γύρω στις ενενήντα φορές πυκνότερη από την ατμόσφαιρα της Γης, δηλαδή πολύ πυκνότερη από ό,τι πίστευαν ως τότε οι επιστήμονες. Αποτελείται κατά 96,6% περίπου από διοξείδιο του άνθρακα, ενώ σχεδόν όλο το υπόλοιπο μέρος της είναι άζωτο. Η ατμόσφαιρα της Αφροδίτης περιέχει συνολικά τόσο περίπου άζωτο όσο και η ατμόσφαιρα της Γης, αλλά η ποσότητα αυτή επισκιάζεται από την πολύ μεγαλύτερη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα. Το διοξείδιο του άνθρακα προκαλεί ένα ανεξέλεγκτο φαινόμενο θερμοκηπίου, το οποίο έχει κάνει την Αφροδίτη έναν από τους θερμότερους πλανήτες του Ηλιακού Συστήματος, πολύ θερμότερο ακόμη και από τον Ερμή.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ
   Η Διαστημική Εποχή, που βρισκόταν τώρα στο δέκατο έτος της, γνώρισε και τα πρώτα της θύματα. Στις 27 Ιανουαρίου του 1967, τρεις Αμερικανοί αστροναύτες πέθαναν κατά την δοκιμή ενός θαλαμίσκου Απόλλων στο έδαφος. Ήταν ο Βέρτζιλ Γκρίσσομ (1926-1967), ο οποίος είχε μπει σε τροχιά με το Τζέμινι 3 το 1965, ο Έντουαρντ Χουάιτ, ο πρώτος Αμερικανός που πραγματοποίησε διαστημικό περίπατο (βλέπε 1965), και ο Ρότζερ Τσάφφη (1935-1967).
Στις 24 Απριλίου του 1967, το σοβιετικό διαστημόπλοιο Σογιούζ πραγματοποίησε την πρώτη πτήση του, αλλά, κατά την επιστροφή του στην Γη, το σκάφος ενεπλάκη στα κορδόνια των αλεξιπτώτων του και ο κοσμοναύτης Βλαντίμιρ Μιχαήλοβιτς Καμαρόφ (1927-1967), που ήταν ο πιλότος της πρώτης πολυμελούς διαστημικής αποστολής, σκοτώθηκε. Ήταν ο πρώτος αστροναύτης που έχασε την ζωή του κατά την διάρκεια διαστημικής πτήσεως.

ΗΛΙΑΚΑ ΝΕΤΡΙΝΑ
   Η ύπαρξη των νετρίνων είχε ως τώρα πιστοποιηθεί μόνο μέσω των αντινετρίνων, που παράγονται από αντιδραστήρες πυρηνικής σχάσεως. Μετά από αυτό, δεν υπήρχαν αμφιβολίες για το ότι τα νετρίνα υπήρχαν, ωστόσο, σίγουρα θα ήταν χρήσιμη και η άμεση ανίχνευσή τους.
Ο Ήλιος παράγει την ενέργειά του με την σύντηξη υδρογόνου σε ήλιο. Με την διεξαγωγή αυτής της αντίδρασης, παράγονται και τεράστιες ποσότητες νετρίνων, μερικά από τα οποία φθάνουν στην Γη. Ένας μικρός αριθμός αυτών των νετρίνων είναι δυνατόν, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να αλληλεπιδράσουν με ανιχνευτικές συσκευές. Κάτι τέτοιο θα απεδείκνυε την ύπαρξή τους.
Ο Φρέντερικ Ρέινς, ο φυσικός που, σε συνεργασία με τον Κάουαν, είχε εντοπίσει για πρώτη φορά το αντινετρίνο, προσπάθησε τώρα να ανιχνεύσει νετρίνα από τον Ήλιο. Για να το επιτύχει, κατασκεύασε σε ένα βαθύ ορυχείο της Νότιας Ντακότα μια τεράστια δεξαμενή που περιείχε 100.000 γαλόνια τετραχλωραιθυλενίου. Πάνω από την δεξαμενή υπήρχε αρκετή ποσότητα βράχων και χώματος, ώστε να απορροφούνται όλες οι άλλες μορφές ακτινοβολίας εκτός από τα νετρίνα. Η δεξαμενή αυτή εξετέθη στα νετρίνα που προέρχονταν από τον Ήλιο επί αρκετούς μήνες. Κάθε νετρίνο που θα απορροφούνταν από ένα άτομο χλωρίου στο μόριο του τετραχλωραιθυλενίου θα το μετέτρεπε σε άτομο αργού, το οποίο θα διαχωριζόταν αργότερα με την βοήθεια ηλίου.
Μέχρι το 1968 ο Ρέινς είχε συγκεντρώσει σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξη ηλιακών νετρίνων, αλλά ο αριθμός τους ήταν μικρότερος από τον αναμενόμενο. Το πείραμα κατέδειξε ότι ο Ήλιος παράγει μόνο το ένα τρίτο των νετρίνων που θα έπρεπε να εκπέμπονται, αν ευσταθούν οι τρέχουσες θεωρίες γύρω από την πυρηνική δραστηριότητα στον πυρήνα του Ηλίου. Αυτό το «μυστήριο των ελλειπόντων νετρίνων» απασχολεί από τότε τους αστρονόμους.

ΑΣΤΡΟΧΗΜΕΙΑ
   Ο εντοπισμός ριζών υδροξυλίων σε μεσο-αστρικά νέφη αερίων  είχε εκπλήξει τους αστρονόμους. Ήταν παράξενο το γεγονός ότι μεμονωμένα άτομα μπορούσαν να συγκρουσθούν μεταξύ τους και να ενωθούν, σχηματίζοντας διατομικές ρίζες σαν το υδροξύλιο, και μάλιστα σε αρκετά μεγάλους αριθμούς ώστε να μπορούν να ανιχνευθούν από αστρονομικές αποστάσεις. Εκ πρώτης όψεως, θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχει καμία σχεδόν πιθανότητα να σχηματισθούν ενώσεις τριών ή περισσότερων ατόμων.
Ωστόσο, η αυξημένη ευαισθησία των ραδιοτηλεσκοπίων μικροκυμάτων οδήγησε σε νέες εκπλήξεις. Το 1968, εντοπίσθηκαν σε μεσο-αστρικά νέφη αερίων μικροκυματικές συχνότητες που χαρακτηρίζουν τα μόρια νερού (τα οποία έχουν τρία άτομα το καθένα) και μόρια αμμωνίας (με τέσσερα άτομα το καθένα). Ήταν η απαρχή ενός νέου ερευνητικού τομέα, που αργότερα ονομάσθηκε αστροχημεία. Από τότε εντοπίζονται όλο και πιο πολύπλοκες ομάδες ατόμων, μερικές από τις οποίες περιέχουν έως και δεκατρία άτομα.
Όλες αυτές οι ενώσεις, εκτός από τις πιο απλές, αποτελούνται από αλυσίδες ατόμων άνθρακα. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει για άλλη μια φορά την μοναδικότητα του ατόμου του άνθρακα ως συστατικού πολύπλοκων ατομικών ομάδων και, επομένως, ως συστατικού της ζωής.

ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΟΜΕΝΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΝΕΤΡΟΝΙΩΝ
   Μετά την ανακάλυψη των πάλσαρ, οι φυσικοί προσπαθούσαν να εξηγήσουν πώς παράγονται οι παλμοί που εκπέμπουν με συχνότητα δευτερολέπτων. Ήταν βέβαιο ότι κάτι περιφέρεται, περιστρέφεται ή πάλλεται με την συχνότητα αυτή, αλλά κανένα ουράνιο σώμα δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, εκτός αν ήταν πολύ μικρό και είχε πολύ μεγάλη μάζα.
Το 1968, ο Τόμας Γκολντ (γενν. το 1920) υποστήριξε ότι τα πάλσαρ είναι αστέρες νετρονίων (η ύπαρξη των οποίων είχε υποστηριχθεί από τον Τσβίκυ, που περιστρέφονται. Οι αστέρες νετρονίων μπορεί να έχουν την μάζα ενός συνηθισμένου αστέρα, αλλά η διάμετρός τους να είναι μόλις 14 περίπου χιλιόμετρα, επειδή αποτελούνται από νετρόνια. Έτσι έχουν μαγνητικά πεδία πάρα πολύ μεγάλης έντασης, με αποτέλεσμα να εκπέμπουν φορτισμένα σωματίδια μόνο από τους μαγνητικούς πόλους. Τα σωματίδια αυτά εκπέμπουν ακτινοβολία, καθώς ακολουθούν τις καμπύλες τροχιές τους, και η δέσμη της ακτινοβολίας θα σαρώνει την Γη μία φορά σε κάθε περιστροφή του αστέρα. Επί πλέον, ένα τέτοιο σώμα θα εκτελεί μια ταχύτατη περιστροφή με περίοδο μερικών μόνο δευτερολέπτων.
Αν αυτή η εξήγηση είναι ορθή, τότε τα πάλσαρ πρέπει να χάνουν σημαντικές ποσότητες ενέργειας με την περιστροφή τους, συνεπώς η περίοδος αυτής της περιστροφής πρέπει να αυξάνεται σταδιακά. Προσεκτικές παρατηρήσεις αποκάλυψαν ότι η πρόβλεψη αυτή είναι σωστή και έτσι έγινε δεκτή η άποψη ότι τα πάλσαρ είναι περιστρεφόμενοι αστέρες νετρονίων.

«ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ» ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
   Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1968, το σοβιετικό μη επανδρωμένο διαστημόπλοιο Ζοντ 5 μπήκε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1968, το αμερικανικό επανδρωμένο διαστημόπλοιο Απόλλων 8, με τρεις αστροναύτες —τον Φρανκ Μπόρμαν (γενν. το 1928), τον Τζέιμς Λάϋελ τον νεότερο ( γενν. το 1928) και τον Γουίλλιαμ Άντερς (γενν. το 1933)— μπήκε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη και εκτέλεσε δέκα περιφορές. Με αυτήν την αποστολή ολοκληρώθηκε η προεργασία για την προσεδάφιση ανθρώπων στην Σελήνη.

 

1969
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΗΝ ΣΕΛΗΝΗ
   Στις 4:18 μ.μ., ανατολική θερινή ώρα (ΗΠΑ) της 20ής Ιουλίου του 1969, ο Νηλ Άρμστρονγκ (γενν. το 1930) και ο Έντουιν Ώλντριν ( γενν. το 1930) προσεδάφισαν την σεληνάκατο του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 στην επιφάνεια της Σελήνης, ενώ ο Μάικλ Κόλλινς (γενν. το 1930) παρέμεινε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη. Ο Νηλ Άρμστρονγκ βγήκε από την σεληνάκατο και ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε σε άλλο ουράνιο σώμα. Με την έξοδό του είπε την φράση «Ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα γιγάντιο άλμα για την ανθρωπότητα». Ο στόχος του Τζων Κέννεντυ για την αποστολή ανθρώπων στην Σελήνη μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960 είχε επιτευχθεί.
Οι δύο αστροναύτες παρέμειναν στην Σελήνη επί 21 ώρες και 37 λεπτά και επέστρεψαν σώοι στην Γη στις 12:51 μ.μ. ανατολική θερινή ώρα (ΗΠΑ) της 24ης Ιουλίου, οκτώ μέρες μετά την εκτόξευση. Ένα δεύτερο αμερικανικό διαστημόπλοιο προσεδαφίσθηκε στην Σελήνη τον Νοέμβριο του 1969 και οι αστροναύτες παρέμειναν στην σεληνιακή επιφάνεια επί 15 ώρες.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΟΣΜΟΝΑΥΤΩΝ
   Στις 14 Ιανουαρίου του 1969, δύο επανδρωμένα σοβιετικά διαστημόπλοια συναντήθηκαν στο διάστημα και οι κοσμοναύτες πέρασαν από το ένα σκάφος στο άλλο. Ήταν η πρώτη φορά που άνθρωποι μεταφέρονταν από ένα διαστημόπλοιο σε κάποιο άλλο κατά την διάρκεια της πτήσεως, γεγονός που αποτέλεσε ένα ακόμη βήμα στην προσπάθεια του ανθρώπου να αυξήσει την κινητικότητά του στο διάστημα.
ΟΠΤΙΚΑ ΠΑΛΣΑΡ
   Τα πάλσαρ, που είχε αποδειχθεί ότι είναι περιστρεφόμενοι αστέρες νετρονίων, θα έπρεπε ίσως να εκπέμπουν φωτόνια όλων των ενεργειών. Παραδείγματος χάριν, θα έπρεπε να υπάρχουν παλμοί όχι μόνο μικροκυμάτων αλλά και ορατού φωτός. Ωστόσο, οι σύντομοι φωτεινοί παλμοί δεν ανιχνεύονται τόσο εύκολα όσο οι παλμοί μικροκυμάτων. Επί πλέον, το φως, επειδή περιέχει μεγαλύτερη ενέργεια, θα εκπέμπεται σε μικρότερη ένταση από ό,τι τα μικροκύματα.
Θα ήταν λογικό, λοιπόν, να εστιασθεί η έρευνα σε περιοχές όπου ήταν πιθανό να έχουν σχηματισθεί αστέρες νετρονίων σχετικά πρόσφατα, αφού αυτοί θα είχαν πολύ μεγάλη ενέργεια. Ειδικότερα, το Νεφέλωμα του Καρκίνου παρουσίαζε μεγάλες πιθανότητες να περιέχει πάλσαρ. Το φως από την έκρηξη του υπερκαινοφανούς είχε φθάσει στην Γη πριν από εννέα μόνο αιώνες  και το πάλσαρ που υπάρχει στο κέντρο του παρουσίαζε την μικρότερη γνωστή περίοδο περιστροφής (1/30 του δευτερολέπτου), πράγμα που σήμαινε ότι είχε μεγάλη ενέργεια.
Και, πραγματικά, τον Ιανουάριο του 1969, διαπιστώθηκε ότι ένας αστέρας κοντά στο κέντρο του νεφελώματος του Καρκίνου εξέπεμπε οπτικά σήματα με συχνότητα τριάντα παλμών το δευτερόλεπτο, με την ίδια συχνότητα που είχαν και οι μικροκυματικοί παλμοί. Ήταν το πρώτο οπτκό πάλσαρ που ανακαλύφθηκε. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι το πάλσαρ του νεφελώματος του Καρκίνου εκπέμπει και παλμούς ακτίνων Χ.

ΜΕΤΕΩΡΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΡΚΤΙΚΗ
   Μια από τις δυσκολίες που παρουσιάζει η μελέτη μετεωριτών είναι η αναγνώρισή τους. Αν ένας βώλος αποτελείται από κράμα νικελίου-σιδήρου και δεν έχει δημιουργηθεί με μεταλλουργικές μεθόδους, δεν μπορεί παρά να είναι μετεωρίτης. Ωστόσο, μόνο το 10% των μετεωριτών που φθάνουν στην Γη αποτελούνται από κράμα νικελίου-σιδήρου• και πολλοί από τους μετεωρίτες που έχουν πέσει, στο παρελθόν, έχουν συγκεντρωθεί από τον άνθρωπο και έχουν χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή σιδήρου. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν υπάρχουν μετεωρίτες στις περιοχές όπου είχαν ανθήσει αρχαίοι πολιτισμοί.
Οι μετεωρίτες, όμως, στην πλειονότητά τους, έχουν πετρώδη χαρακτήρα και δίχως προσεκτική ανάλυση δεν διακρίνονται από τις συνηθισμένες πέτρες. Αφού είναι αδύνατον να αναλύσει κανείς όλες τις πέτρες, οι πετρώδεις μετεωρίτες δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο αν παρατηρήσει κανείς την πτώση τους ή αν πέσουν σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν πέτρες.
Το ιδανικό μέρος στο οποίο μπορεί να εντοπισθεί αμέσως ένας μετεωρίτης είναι οι πολικοί πάγοι. Πραγματικά, μια πέτρα που βρίσκεται πάνω σε ένα στρώμα πάγων με πάχος ενάμισυ χιλιόμετρο πρέπει να είναι μετεωρίτης. Και το πιο εκτεταμένο στρώμα πάγων στον κόσμο βρίσκεται στην Ανταρκτική.
Το 1969, μια ομάδα Ιαπώνων γεωλόγων ανακάλυψαν εννέα μετεωρίτες σε κοντινές μεταξύ τους αποστάσεις, πάνω στους πολικούς πάγους της Ανταρκτικής. Οι μετεωρίτες κίνησαν το ενδιαφέρον των επιστημόνων και από τότε έχουν ανακαλυφθεί χιλιάδες μετεωρικά θραύσματα, τα οποία επέτρεψαν να μελετηθεί πιο λεπτομερώς το θέμα. Λεπτομερείς χημικές αναλύσεις κατέδειξαν ότι είναι πιθανό μερικά θραύσματα να προέρχονται από την Σελήνη και μερικά άλλα ίσως ακόμη και από τον Άρη.


1970
ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑΣ ΣΕ ΜΑΥΡΕΣ ΤΡΥΠΕΣ

   Οι φυσικοί πίστευαν ότι οι μαύρες τρύπες  μπορούν μόνο να προσλάβουν ύλη και ποτέ να χάσουν. Τότε, όμως, οι μαύρες τρύπες θα μεγάλωναν συνεχώς και τελικά θα απορροφούσαν όλη την ύλη του Σύμπαντος.
Το 1970, όμως, ο Βρετανός φυσικός Στήβεν Χώκινγκ (γενν. το 1942), βασιζόμενος στην κβαντομηχανική θεωρία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι μαύρες τρύπες πρέπει να έχουν κάποια θερμοκρασία. Επομένως, αφού το περιβάλλον τους παρουσιάζει μικρότερη θερμοκρασία, οι μαύρες τρύπες πρέπει να παρουσιάζουν φαινόμενα ακτινοβολίας. Σύμφωνα με την θεωρία του, οι μεγάλες μαύρες τρύπες με μάζα ενός ή πολλών αστέρων εκπέμπουν ακτινοβολία τόσο αργά, ώστε η διάρκεια ζωής τους θα μπορούσε να είναι κατά πολλές φορές μεγαλύτερη από την σημερινή ηλικία του Σύμπαντος. Αλλά, καθώς μειώνεται η μάζα τους, θα αυξάνεται και ο ρυθμός εκπομπής της ακτινοβολίας.
Έτσι δημιουργήθηκε η άποψη ότι η τελική μορφή του Σύμπαντος δεν θα είναι μια ομάδα από μαύρες τρύπες, αλλά ένα αραιό και επεκτεινόμενο συνονθύλευμα από λεπτόνια και φωτόνια, που θα προέρχονται από ακτινοβολούσες μαύρες τρύπες.

ΑΜΙΝΟΞΕΑ ΣΕ ΜΕΤΕΩΡΙΤΕΣ
   Ο Σύριλ Ποναμπερούμα (γενν. το 1923), Αμερικανός βιοχημικός γεννημένος στη Σρι Λάνκα, κατέβαλλε προσπάθειες για την παραγωγή μορίων βιοχημικού ενδιαφέροντος από τα συστατικά της αρχέγονης ατμόσφαιρας της Γης, συνεχίζοντας τα πειράματα που είχε αρχίσει ο Μίλερ.
Αυτή η διερεύνηση της προέλευσης της ζωής πήρε μια αναπάντεχη τροπή το 1970, όταν ο Πονναμπερούμα μελέτησε έναν μετεωρίτη που είχε πέσει στην Αυστραλία το προηγούμενο έτος. Ο μετεωρίτης ανήκε σε μια σπάνια κατηγορία, στους ανθρακοχονδρίτες, αποτελούνταν, δηλαδή, από ένα εύθραυστο μαύρο υλικό που περιείχε μετρήσιμες ποσότητες νερού και οργανικών ενώσεων. Ο Πονναμπερούμα απέδειξε ότι μέσα στο υλικό του μετεωρίτη υπήρχαν πέντε διαφορετικά αμινοξέα του είδους εκείνων που συμμετέχουν στον σχηματισμό πρωτεϊνικών μορίων.
Αυτά τα αμινοξέα δεν είχαν προέλθει από ζωντανούς ιστούς, γιατί, σε αυτήν την περίπτωση (και κρίνοντας με βάση τα αμινοξέα των ζωντανών ιστών πάνω στην Γη), θα έπρεπε να έχουν μόνο μία από τις δύο δυνατές δομικές διατάξεις και επομένως θα προκαλούσαν περιστροφή του επιπέδου του πολωμένου φωτός (θα ήταν οπτικώς ενεργά). Τα αμινοξέα του μετεωρίτη ήταν οπτικώς ανενεργά, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχαν και οι δύο μορφές σε ίσες ποσότητες, με αποτέλεσμα η μία να αναιρεί την οπτική επίδραση της άλλης. Αυτό θα ήταν φυσικό αν είχαν σχηματισθεί με κάποια διαδικασία που δεν είχε σχέση με την ζωή.

ΟΜΑΛΗ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΗ ΣΕ ΠΛΑΝΗΤΗ
   Στις 17 Αυγούστου του 1970, η Σοβιετική Ένωση εκτόξευσε το διαστημόπλοιο Βενέρα 7, που είχε ως στόχο του την Αφροδίτη και έφθασε στον πλανήτη στις 15 Δεκεμβρίου. Το διαστημόπλοιο ελευθέρωσε μία άκατο με επιστημονικά όργανα, που προσγειώθηκε ομαλά στην επιφάνεια του πλανήτη. Ήταν η πρώτη ομαλή προσγείωση ανθρώπινου αντικειμένου σε άλλο πλανήτη. Τα όργανα απέστειλαν πληροφορίες για την ατμόσφαιρα και την επιφάνεια του εδάφους επί 23 λεπτά, οπότε καταστράφηκαν από την υψηλή θερμοκρασία και πίεση.
Το 1970, προσεδαφίσθηκε στην Σελήνη το μη επανδρωμένο σοβιετικό διαστημόπλοιο Λούνικ 17 και επέστρεψε στην Γη χωρίς προβλήματα. Τον ίδιο χρόνο, η Κίνα και η Ιαπωνία εκτόξευσαν επίσης διαστημόπλοια στην Σελήνη.
 
ΑΠΟΛΛΩΝ 13
   Το 1970, παρ’ ολίγον να συμβεί τραγωδία στο διάστημα όταν το Απόλλων 13, ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν προς την Σελήνη, παρουσίασε απώλεια οξυγόνου στον κύριο θάλαμο. Οι τρεις αστροναύτες μπήκαν στην σεληνάκατο και κατόρθωσαν να επιστρέψουν σώοι στην Γη, ενώ ο κόσμος παρακολουθούσε με αγωνία. Αν και η αποστολή απέτυχε όλοι θαύμασαν τους ατρόμητους αστροναύτες και την επινοητικότητά τους, χάρη στην οποία επέστρεψαν στην Γη σώοι και αβλαβείς.

 

1971

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΗ
   Στις 30 Μαΐου του 1971, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν τον βολιστήρα Μάρινερ 9 ο οποίος έφθασε στον Άρη στις 13 Νοεμβρίου και τέθηκε σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη. Ήταν το πρώτο ανθρώπινο αντικείμενο που έμπαινε σε τροχιά γύρω από άλλον πλανήτη.
Όταν ο Μάρινερ 9 έφθασε στον Άρη, συνάντησε μια τεράστια αμμοθύελλα, που μαινόταν σε όλη την έκταση του πλανήτη, ευτυχώς όμως υπήρχε η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν τα όργανα του διαστημοπλοίου για να μελετηθούν οι μικροί δορυφόροι του Άρη. Διαπιστώθηκε ότι είναι σώματα με ακανόνιστο σχήμα και, με κρατήρες που μοιάζουν με «μάτια». Η μεγαλύτερη διάμετρος του Φόβου είναι 27 χιλιόμετρα και του Δείμου 16 χιλιόμετρα.
Όταν τελικά κόπασε η αμμοθύελλα, ο Μάρινερ 9 κατόρθωσε να πάρει πάνω από επτά χιλιάδες φωτογραφίες του Άρη, χάρη στις οποίες έγινε δυνατή η χαρτογράφηση όλης της επιφάνειάς του. Δεν υπάρχουν διώρυγες, υπάρχει όμως ένα τεράστιο φαράγγι με χιλιάδες χιλιόμετρα μήκος, το οποίο ονομάσθηκε Valles  Μαrineris.
Υπάρχουν επίσης πάμπολλοι κρατήρες, συγκεντρωμένοι κυρίως στο ένα ημισφαίριο, ενώ στο άλλο επικρατούν τα ηφαίστεια. Το μεγαλύτερο από αυτά, το Olympus Mons (Όρος Όλυμπος), έχει ύψος 24.000 μέτρα πάνω από το επίπεδο της βάσης του, ενώ το πλάτος της βάσης είναι γύρω στα 400 χιλιόμετρα.
Η πυκνότητα της ατμόσφαιρας είναι το ένα εκατοστό περίπου της γήινης και αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από διοξείδιο του άνθρακα. Η θερμοκρασία είναι τόσο χαμηλή ώστε να μην μπορεί να υπάρξει νερό σε υγρή μορφή και οι πολικοί πάγοι του πλανήτη μπορεί να αποτελούνται από ένα μίγμα παγωμένου νερού και παγωμένου διοξειδίου του άνθρακα.


ΣΕΛΗΝΙΑΚΟΙ ΒΡΑΧΟΙ
   Η εξερεύνηση της Σελήνης συνεχίσθηκε και το 1971. Το διαστημόπλοιο Απόλλων 14 έφθασε στην Σελήνη στις 5 Φεβρουαρίου του 1971 και το πλήρωμά του συγκέντρωσε 44 περίπου χιλιόγραμμα σεληνιακών βράχων, τους οποίους μετέφερε πίσω στην Γη για ανάλυση. Ήταν τα πρώτα δείγματα υλικού που είχε συλλέξει ο άνθρωπος από ένα άλλο ουράνιο σώμα.
Στις 30 Ιουλίου του 1971, προσεδαφίσθηκε στην Σελήνη το διαστημόπλοιο Απόλλων 15. Μετέφερε ένα σεληνιακό όχημα, κατάλληλα σχεδιασμένο ώστε να μπορεί να κινείται στην επιφάνεια της Σελήνης. Οι αστροναύτες ταξίδεψαν 27 χιλιόμετρα με αυτό και έφεραν και άλλους σεληνιακούς βράχους στην Γη.

ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
   Στις 19 Απριλίου του 1971, η Σοβιετική  Ένωση έθεσε σε τροχιά τον Σαλιούτ 1. Ήταν ένας πρότυπος διαστημικός σταθμός στον οποίο θα διέμεναν επί μεγάλα χρονικά διαστήματα διαδοχικές ομάδες κοσμοναυτών.
Τον Ιούλιο, όμως, τρεις Σοβιετικοί κοσμοναύτες βρέθηκαν νεκροί μέσα στο διαστημόπλοιο Σογιούζ 11, που επέστρεφε στην Γη από τον διαστημικό σταθμό. Ο θάνατός τους οφειλόταν σε διαρροή αέρα από την καμπίνα τους. Ήταν η χειρότερη διαστημική καταστροφή που είχε συμβεί ως τότε.

ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΜΑΥΡΗΣ ΤΡΥΠΑΣ
   Το 1971, ένας δορυφόρος με όργανα ανίχνευσης ακτίνων Χ ανακάλυψε άτακτες μεταβολές σε μια πηγή ακτίνων Χ στον αστερισμό του Κύκνου, η οποία είχε ονομασθεί Κύκνος Χ-Ι. Οι μεταβολές αυτού του τύπου θα μπορούσαν να οφείλονται στην περιφορά ύλης μεταβαλλόμενης πυκνότητας γύρω από μια μαύρη τρύπα.
Οι αστρονόμοι ερεύνησαν αμέσως με μεγάλη προσοχή τον Κύκνο Χ-1 και διαπίστωσαν ότι βρίσκεται κοντά σε έναν μεγάλο, θερμό, κυανό αστέρα με μάζα τριάντα περίπου φορές μεγαλύτερη από την μάζα του Ηλίου. Ο Καναδός αστρονόμος Τ. Μπολτ απέδειξε ότι αυτός ο αστέρας περιφερόταν γύρω από ένα αόρατο αντικείμενο (Κύκνος Χ-1) με μάζα μεταξύ 8 και 18 ηλιακών μαζών. Αλλά αν ο Κύκνος Χ-Ι ήταν ένας κανονικός αστέρας, θα ήταν ορατός. Αφού τα οπτικά τηλεσκόπια δεν μπορούν να τον εντοπίσουν, πρέπει να είναι ένα μικρό και πολύ πυκνό σώμα. Η μάζα του είναι πολύ μεγάλη για να είναι αστέρας νετρονίων, επομένως πρέπει να είναι μια μαύρη τρύπα. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι απόλυτα βέβαιο, αλλά οι αστρονόμοι στην πλειονότητά τους δέχονται σήμερα ότι πρόκειται όντως για μαύρη τρύπα. Αέριο φεύγει από τον ορατό αστέρα του διπλού συστήματος και δημιουργεί, γύρω από τον αόρατο συνοδό ένα δίσκο προσαύξησης. Τα άλλα σωμάτια που κατευθύνονται προς τη μαύρη τρύπα, όταν χτυπήσουν  τον δίσκο προσαύξησης επιβραδύνονται απότομα και προκαλούν ακτινοβολία ακτίνων Χ. Στη συνέχεια εντοπίστηκαν δύο ακόμα περιοχές «ύποπτες» σαν  μελανές οπές, η V404 στον αστερισμό του Κύκνου και η ΑΟ620-00 στον αστερισμό του Μονόκερω
Επίσης έχουν παρατηρηθεί και άλλες μαύρες τρύπες με τον ίδιο έμμεσο και όχι απόλυτα αξιόπιστο τρόπο, που φαίνεται να εντοπίζονται στα κέντρα διαφόρων γαλαξιών, συμπεριλαμβανομένου ίσως και του δικού μας.

ΜΙΚΡΕΣ ΜΑΥΡΕΣ ΤΡΥΠΕΣ
   Ο Χώκινγκ είχε υποστηρίξει ότι οι μαύρες τρύπες εκπέμπουν ακτινοβολία, η οποία αυξάνεται όσο μειώνεται η μάζα τους. Το 1971 επισήμανε ότι, κατά την περίοδο της Μεγάλης Έκρηξης, μπορεί να δημιουργήθηκαν μαύρες τρύπες όλων των μεγεθών.
Μερικές θα ήταν τόσο μικρές ώστε να παρουσιάζουν έναν σχετικά υψηλό ρυθμό εκπομπής, με αποτέλεσμα η τελευταία εκρηκτική τους εκπομπή ακτινοβολίας να συμβεί τώρα, 15 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια μετά τον σχηματισμό τους. Τέτοιες «μίνι μαύρες τρύπες» μπορεί να είναι αρκετά κοινές, και η ύπαρξή τους θα ήταν δυνατόν να αποδειχθεί από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά αυτής της τελικής έκρηξης.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, αλλά μέχρι τώρα κανείς αστρονόμος δεν έχει εντοπίσει κάποιο φαινόμενο που να μπορεί να ερμηνευθεί ως τελευταία εκρηκτική εκπομπή ακτινοβολίας μιας «μίνι μαύρης τρύπας».


1973
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟΙΟΥ ΣΤΟΝ ΔΙΑ

   Στις 2 Μαρτίου του 1972 εκτοξεύθηκε το διαστημόπλοιο Πάιονηρ 10, το πρώτο που θα εξερευνούσε τον Δία, συγκεντρώνοντας πληροφορίες για το εξωτερικό Ηλιακό σύστημα. Το Πάιονηρ 10 διέσχισε χωρίς προβλήματα την ζώνη των αστεροειδών, έφθασε στην περιοχή του Δία στις 3 Δεκεμβρίου του 1973 και κινήθηκε σε ύψος 135.000 χιλιομέτρων από την επιφάνεια του πλανήτη, διερχόμενος διά μέσου της μαγνητόσφαιρας του Δία.
Το μαγνητικό πεδίο του Δία, που είναι σαράντα φορές ισχυρότερο από εκείνο της Γης, ήταν αισθητό από απόσταση 7.000.000 χιλιομέτρων περίπου.
Από τις πληροφορίες που έστειλε το σκάφος, οι επιστήμονες σχημάτισαν μια εικόνα της δομής του πλανήτη. Έτσι αποδείχθηκε ότι ο Δίας είναι μια σφαίρα θερμού υγρού υδρογόνου αναμεμιγμένου με μια ποσότητα ηλίου (μια σύνθεση που μοιάζει πολύ με την σύνθεση του Ηλίου).
Η θερμοκρασία αυξάνεται με ταχύ ρυθμό όσο μεγαλώνει η απόσταση κάτω από την ορατή επιφάνεια των νεφών. Στα 1.000 χιλιόμετρα κάτω από τα νέφη, η θερμοκρασία είναι ήδη 3.600° C. Στα 3.000 χιλιόμετρα, είναι 10.0000 C. Στα 24.000 χιλιόμετρα, είναι 20.000° C. Και στο κέντρο του Δία, είναι 54.000° C. Κάτω από τα 24.000 χιλιόμετρα, το υδρογόνο βρίσκεται σε κατάσταση μεταλλικής μορφής.
Το Πάιονηρ 10 μετέφερε ένα μήνυμα από την Γη, χαραγμένο πάνω σε μια επίχρυση πλάκα αλουμινίου διαστάσεων 15,2 επί 22,9 εκατοστών. Η πλάκα έδειχνε έναν άνδρα και μια γυναίκα δίπλα σε ένα σχεδιάγραμμα του Πάιονηρ 10 χαραγμένο υπό κλίμακα. Περιελάβανε επίσης λεπτομέρειες του Ηλιακού Συστήματος και την θέση του μέσα στο Σύμπαν, σε σχέση με μακρινά κβάζαρ.

ΣΚΑΙΛΑΜΠ
   Το πρώτο αμερικανικό διαστημικό σκάφος που τέθηκε σε τροχιά γύρω από την Γη και που θα μπορούσε να θεωρηθεί διαστημικός σταθμός ήταν το Σκάιλαμπ ( «Ουράνιο Εργαστήριο»). Είχε μήκος 36 μέτρων, εκτοξεύθηκε στις 14 Μαΐου του 1973 και τέθηκε σε τροχιά σε ύψος 440 περίπου χιλιομέτρων πάνω από την γήινη επιφάνεια. Στις 25 Μαΐου, τρεις αστροναύτες μεταφέρθηκαν στο Σκάιλαμπ και παρέμειναν εκεί επί είκοσι οκτώ ημέρες. Ένα δεύτερο πλήρωμα παρέμεινε επί εξήντα ημέρες και ένα τρίτο επί ογδόντα τέσσερις ημέρες. Οι αστροναύτες συγκέντρωσαν πληροφορίες για τον ορυκτό πλούτο της Γης, τις καλλιέργειες και τα δάση, και φωτογράφισαν τον Ήλιο.
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ
   Ο επιστήμονες είχαν δεχθεί πλέον ότι η Μεγάλη Έκρηξη είναι ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε το Σύμπαν. Αυτή η άποψη, όμως, άφηνε αναπάντητο ένα κρίσιμο ερώτημα. Αν δεχθούμε ότι όλη η ύλη του Σύμπαντος, αρχικά, ήταν συμπιεσμένη σε ένα συγκριτικά μικρό σώμα που επεκτάθηκε σχηματίζοντας το σημερινό Σύμπαν, τίθεται το ερώτημα από πού προήλθε αυτό το μικροσκοπικό σώμα.
Το 1973, ο Αμερικανός φυσικός Έντουαρντ Τράιον επισήμανε ότι αυτό που θεωρούμε κενό δεν είναι πραγματικά κενό. Ο κενός χώρος μπορεί να δημιουργήσει υποατομικά σωματίδια τα οποία εξαφανίζονται προτού εντοπισθούν, σύμφωνα με τις αρχές της κβαντομηχανικής και την αρχή της απροσδιοριστίας.
Ο Τράιον υποστήριξε ότι αν αρχίσουμε με μια άπειρη «θάλασσα» ανυπαρξίας, θα έχουμε εμφανίσεις και εξαφανίσεις σωματιδίων. Κατά διαστήματα, είναι δυνατόν να εμφανισθεί ένα σωματίδιο το οποίο θα μπορεί να αναπτύξει την μάζα του Σύμπαντος και να αρχίσει να διαστέλλεται, προτού προλάβει να εξαφανισθεί. Επομένως, το Σύμπαν ίσως να αποτελεί μια τυχαία κβαντική διακύμανση στο κενό, πράγμα που σημαίνει ότι προήλθε από το κενό της ανυπαρξίας.
Οι αστρονόμοι συζητούν από τότε τις συνέπειες και την λεπτομερή εξέλιξη ενός τέτοιου Σύμπαντος.


1974
ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΜΗ

Στις 3 Νοεμβρίου του 1973, είχε εκτοξευθεί το διαστημόπλοιο Μάρινερ 10. Στις 5 Φεβρουαρίου του 1974. ο βολιστήρας πέρασε δίπλα από την Αφροδίτη, σε απόσταση μόλις 6.000 χιλιομέτρων από το στρώμα νεφών που καλύπτει τον πλανήτη, και συνέχισε το ταξίδι του με προορισμό τον Ερμή. Στις 19 Μαρτίου του 1974, πέρασε σε απόσταση 700 χιλιομέτρων από την επιφάνεια του πλανήτη και, στην συνέχεια, τέθηκε σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περάσει κοντά από τον Ερμή για δεύτερη και τρίτη φορά. Στην τρίτη του προσέγγιση, το διαστημόπλοιο πέρασε σε απόσταση 320 χιλιομέτρων από την επιφάνεια του πλανήτη. Το Μάρνερ 10 επιβεβαίωσε την περίοδο περιστροφής του Ερμή και την θερμοκρασία του και κατέδειξε ότι ο πλανήτης δεν έχει δορυφόρους ούτε ατμόσφαιρα. Προσδιόρισε την διάμετρο, την μάζα και την πυκνότητα του Ερμή με μεγαλύτερη ακρίβεια από κάθε άλλη φορά. Επίσης, μετέδωσε πληροφορίες χάρη στις οποίες έγινε δυνατή η χαρτογράφηση των 3/8 της επιφάνειας του πλανήτη.
Οι φωτογραφίες που πήρε το Μάρινερ 10 έδειξαν ότι η επιφάνεια του Ερμή μοιάζει πολύ με την επιφάνεια της Σελήνης. Υπάρχουν παντού κρατήρες, ο μεγαλύτερος από τους οποίους έχει διάμετρο 200 χιλιόμετρα. Ο Ερμής δεν έχει τόσο πολλές «θάλασσες» όσο η Σελήνη. Η μεγαλύτερη που εντοπίσθηκε έχει πλάτος 1400 χιλιόμετρα και ονομάσθηκε Θερμότητα. Επίσης, στην επιφάνεια του Ερμή υπάρχουν κρημνοί με μήκος 300 χιλιόμετρα και ύψος 2,5 περίπου χιλιόμετρα.
Τέλος, το Μάρινερ 10 ανακάλυψε ότι ο Ερμής παρουσιάζει ένα μικρό μαγνητικό πεδίο, η ένταση του οποίου είναι το ένα εκατοστό της έντασης του γήινου μαγνητικού πεδίου. Το γεγονός αυτό παραμένει ανεξήγητο, γιατί, σύμφωνα με τις επικρατούσες θεωρίες, ο Ερμής δεν περιστρέφεται με αρκετά μεγάλη ταχύτητα ώστε να έχει μαγνητικό πεδίο.

ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
   Κατά τον τελευταίο αιώνα, είχαν διατυπωθεί τρεις θεωρίες για την προέλευση της Σελήνης. Η πρώτη υποστήριζε ότι η Σελήνη ήταν, αρχικά, μέρος της Γης και αποσπάστηκε από αυτήν εξαιτίας της φυγόκεντρης δύναμης, όταν η αρχέγονη Γη περιστρεφόταν με μεγάλη ταχύτητα. Ωστόσο, η Γη δεν περιστρεφόταν ποτέ τόσο γρήγορα ώστε να προκληθεί η απόσπαση μιας τόσο μεγάλης μάζας.
Η δεύτερη θεωρία υποστήριζε ότι η Γη και η Σελήνη είχαν σχηματισθεί, ανεξάρτητα, από τα ίδια περιστρεφόμενα πλανητοειδή. Αλλά, τότε, η Γη και η Σελήνη θα έπρεπε να έχουν σε γενικές γραμμές την ίδια χημική σύσταση, πράγμα που δεν ισχύει. Παραδείγματος χάριν, η Γη έχει έναν μεγάλο πυρήνα από κράμα νικελίου-σιδήρου, ενώ η Σελήνη δεν έχει.
Κατά την τρίτη θεωρία, η Γη και η Σελήνη σχηματίσθηκαν από διαφορετικά περιστρεφόμενα πλανητοειδή και, κάποια στιγμή στο παρελθόν, η Σελήνη παγιδεύτηκε από το βαρυτικό πεδίο της Γης. Αλλά η θεωρία αυτή είναι δύσκολο να θεμελιωθεί από μηχανική άποψη.
Για ένα χρονικό διάστημα, αυτές φαινόταν να είναι οι μοναδικές δυνατές εξηγήσεις και ήταν όλες τόσο αβάσιμες ώστε θα έλεγε κανείς ότι η μοναδική διέξοδος θα ήταν να θεωρήσουμε ότι η Σελήνη δεν υπάρχει.
Το 1974, όμως, ο Αμερικανός αστρονόμος Γουίλλιαμ Χάρτμαν  υποστήριξε μια τέταρτη εξήγηση. Ας υποθέσουμε ότι στα αρχικά στάδια εξέλιξης του Ηλιακού Συστήματος, ένας πλανήτης με το μέγεθος του Άρη (περίπου το ένα δέκατο της μάζας της Γης) συγκρούσθηκε εφαπτομενικά με την Γη. Η σύγκρουση αυτή προκάλεσε την απόσπαση ενός μέρους των εξωτερικών στρωμάτων της Γης, τα οποία σχημάτισαν την Σελήνη, ενώ ο ξένος πλανήτης ενσωματώθηκε στην Γη. Έτσι, ο πυρήνας νικελίου-σιδήρου της Γης και ο ξένος πλανήτης συγχωνεύθηκαν, ενώ η Σελήνη, αφού σχηματίσθηκε από τα εξωτερικά στρώματα της Γης, δεν έχει έναν τέτοιο πυρήνα.
Η θεωρία αυτή αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό, αλλά, αργότερα, προσομοιώσεις σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές μιας τέτοιας σύγκρουσης έδειξαν ότι δεν είναι τόσο απίθανη.
Αυτή την στιγμή, η θεωρία του Χάρτμαν προτιμάται από όλες τις προηγούμενες.


1976
ΖΩΗ ΣΤΟΝ ΑΡΗ

   Το 1975, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν δύο βολιστήρες που θα εξερευνούσαν τον Άρη, ο Βίκινγκ Ι στις 20 Αυγούστου και ο Βίκινγκ 2 στις 9 Σεπτεμβρίου. Και οι δύο μπήκαν σε τροχιά γύρω από τον Άρη στα μέσα του έτους και πήραν τις καλύτερες ως τότε φωτογραφίες της επιφάνειας του πλανήτη.
Στις 20 Ιουλίου του 1976, ο Βίκινγκ Ι προσεδαφίσθηκε στην επιφάνεια του Άρη σε ένα σημείο που, στην Γη, θα αντιστοιχούσε στην παρυφή της τροπικής ζώνης. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο Βίκινγκ 2 προσεδαφίσθηκε σε μια βορειότερη θέση. Κατά την κάθοδο των διαστημοπλοίων διαπιστώθηκε ότι η ατμόσφαιρα του Άρη, αν και αποτελείται κυρίως από διοξείδιο του άνθρακα, περιέχει επίσης 2,7% άζωτο και 1,6% αργόν.
Η επιφάνεια του πλανήτη είναι βραχώδης, όπως και της Γης. Η επιφάνεια του Άρη, όμως, περιέχει περισσότερο σίδηρο και θείο και λιγότερο αργίλιο, νάτριο και κάλιο. Δεν εντοπίσθηκε κανένα ίχνος ζωής σε κλίμακα ορατή με γυμνό μάτι.
Οι βολιστήρες Βίκινγκ ήταν κατάλληλα εξοπλισμένοι για να εκτελέσουν πειράματα πάνω στο έδαφος του πλανήτη, με σκοπό να εντοπίσουν την τυχόν ύπαρξη μικροσκοπικών μορφών ζωής. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων ήταν ασαφή, αλλά δεν ανακαλύφθηκε κανένα ίχνος οργανικού υλικού στο έδαφος, γεγονός που οδήγησε τους αστρονόμους στο συμπέρασμα ότι ορισμένα αποτελέσματα που έδιναν την εντύπωση ύπαρξης ζωής οφείλονταν σε κάποια παράξενη χημική συμπεριφορά του εδάφους.
Ωστόσο, οι βολιστήρες εντόπισαν ξηρές κοίτες ποταμών, που παρουσίαζαν ακόμη και παραποτάμους. Μπορεί σε πιο παλαιά εποχή να υπήρχε νερό σε υγρή μορφή στον Άρη. Αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι που προκάλεσαν την εξαφάνισή του και την δημιουργία τόσο χαμηλών θερμοκρασιών στον πλανήτη.

Η ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΩΝΑ
   Ο Πλούτωνας είναι ένας μικρός πλανήτης που βρίσκεται σε πολύ μεγάλη απόσταση από τον Ήλιο. Στο περιήλιό του, όμως, δηλαδή στο σημείο που πλησιάζει περισσότερο τον Ήλιο, η απόστασή του από την Γη είναι μικρότερη από την απόσταση Γης-Ποσειδώνα. Συμπτωματικά, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ανακάλυψή του, ο Πλούτωνας κατευθυνόταν προς το περιήλιο της τροχιάς του και, εκείνη την εποχή, διακρινόταν πλέον από την Γη πολύ καλύτερα από ό,τι στο παρελθόν.
Οι αστρονόμοι μελέτησαν το φάσμα του φωτός του Ηλίου που ανακλάται από τον Πλούτωνα και, το 1976, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επιφάνεια του πλανήτη καλύπτεται από παγωμένο μεθάνιο.

ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ
   Το 1976, έκανε την εμφάνισή της μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία, καθώς το Σύμπαν άρχισε να ψύχεται κατά τις πρώτες στιγμές μετά την Μεγάλη Έκρηξη, εμφανίσθηκαν «ρήγματα» ή «πτυχώσεις» στην δομή του χώρου. Αυτές οι δομές σχημάτιζαν μονοδιάστατες χορδές μεγάλου μήκους, οι οποίες περιείχαν τεράστιες ποσότητες μάζας, ενέργειας και βαρυτικών πεδίων. Οι θεωρίες αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά οι παρατηρήσεις δεν έχουν δώσει ακόμη στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη τέτοιων χορδών.

1977
ΔΑΚΤΥΛΙΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

   Στις 10 Μαρτίου του 1977, ο πλανήτης Ουρανός πέρασε μπροστά σε έναν αστέρα ενάτου μεγέθους του αστερισμού του Ζυγού. Αυτή η κάλυψη παρατηρήθηκε από τον Αμερικανό αστρονόμο Τζέιμς Έλλιοτ με ένα αεροπλάνο το οποίο είχε ανέλθει σε μεγάλο υψόμετρο, ώστε να περιορισθεί στο ελάχιστο η παραμόρφωση που προκαλούν τα κατώτερα ατμοσφαιρικά στρώματα. Ο Έλλιοτ ήθελε να παρατηρήσει τις αλλοιώσεις που θα παρουσίαζε το φως του αστέρα εξαιτίας της ατμόσφαιρας του Ουρανού, γεγονός που θα του έδινε πληροφορίες για την σύστασή της.
Λίγο προτού ο Ουρανός φθάσει στο σημείο απόκρυψης, το φως του αστέρα παρουσίασε ξαφνικές διαδοχικές αυξομειώσεις και, όταν ο Ουρανός πέρασε μπροστά από τον αστέρα και άρχισε να απομακρύνεται, παρατηρήθηκαν οι ίδιες αυξομειώσεις με αντίστροφη σειρά. Το συμπέρασμα ήταν ότι ο Ουρανός περιβάλλεται από μια σειρά λεπτών ομόκεντρων δακτυλίων οι οποίοι είναι αρκετά αδιαφανείς ώστε να αποκρύπτουν το αστρικό φως.
Έτσι ο Κρόνος έπαψε να είναι ο μοναδικός πλανήτης του Ηλιακού Συστήματος που φέρει δακτυλίους, αν και οι δακτύλιοι του Κρόνου παραμένουν οι πιο μεγάλοι, φωτεινοί και όμορφοι.

ΧΕΙΡΩΝΑΣ
   Την 1η Νοεμβρίου του 1977, ο Κάουαλ, ο αστρονόμος που είχε ανακαλύψει τον δορυφόρο Δία ΧΙΙΙ, μελετούσε φωτογραφικές πλάκες, αναζητώντας αστεροειδείς που μπορεί να κινούνται στην τροχιά του Δία. Εντόπισε ένα σώμα που θα μπορούσε να είναι ένας τέτοιος αστεροειδής, αλλά η ταχύτητά του ήταν το ένα τρίτο εκείνης που θα έπρεπε να έχει αν βρισκόταν στην τροχιά του Δία. Η ταχύτητα αυτή τον τοποθετούσε στην περιοχή του Ουρανού.
Τελικά, ο Κάουαλ προσδιόρισε την τροχιά του και διαπίστωσε ότι το σώμα αυτό ακολουθεί μια πολύ ελλειπτική διαδρομή, η οποία στο ένα άκρο της πλησιάζει στον Ουρανό και στο άλλο τον Κρόνο, ολοκληρώνοντας μια περιφορά γύρω από τον Ήλιο κάθε 50,7 χρόνια. Το σώμα έδειχνε να είναι αστεροειδής, αλλά ήταν ο μακρινότερος που είχε ανακαλυφθεί ποτέ και με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. Ονομάσθηκε Χείρωνας, από το όνομα του πιο φημισμένου Κενταύρου της ελληνικής μυθολογίας.

ΠΛΗΘΩΡΙΣΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ

   Η Θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης δεν είχε δώσει απάντηση σε όλα τα ερωτήματα. Αν το Σύμπαν ήταν αρχικά μια μικροσκοπική, αφάνταστα θερμή ποσότητα ύλης, γιατί αργότερα διαχωρίστηκε σε αστέρες και γαλαξίες; Γιατί η ύλη αυτή δεν εξαπλώθηκε απλώς, σχηματίζοντας ένα τεράστιο ψυχρό νέφος μη διαφοροποιημένης ύλης; Επίσης, γιατί το Σύμπαν να πλησιάζει τόσο πολύ στην επίπεδη κατάσταση; Γιατί, δηλαδή, η μάζα του να βρίσκεται τόσο κοντά στην οριακή τιμή, ανάμεσα στην ζώνη τιμών που θα οδηγούσε σε αιώνια διαστολή και την ζώνη τιμών που θα οδηγούσε, τελικά, σε συστολή;
Το 1977, ο Αμερικανός φυσικός Άλαν Γκαθ δήλωσε ότι, με βάση τις εξισώσεις που είχαν αναπτυχθεί για την Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία (Διάσπαση των Πρωτονίων), μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το Σύμπαν, κατά τις στιγμές που ακολούθησαν την Μεγάλη Έκρηξη, υπέστη μια ξαφνική και πολύ γρήγορη διαστολή. (Τα αντικείμενα που βρίσκονται μέσα στο Σύμπαν δεν μπορούν να αποκτήσουν σχετικές ταχύτητες μεγαλύτερες από την ταχύτητα του φωτός, αλλά το ίδιο το Σύμπαν στο σύνολό του μπορεί, θεωρητικά, να διασταλεί με οποιαδήποτε ταχύτητα).
Με βάση την περίοδο αυτή της διαστολής, μπορούν να εξηγηθούν μερικά χαρακτηριστικά του Σύμπαντος τα οποία παρέμεναν ανεξήγητα από την κλασική θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, αλλά οι λεπτομέρειες είναι δύσκολο να προσδιορισθούν. Πάντως, οι κοσμολόγοι επεξεργάζονται ακόμη την έννοια του πληθωριστικού σύμπαντος.


1978
ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΜΕ ΡΑΝΤΑΡ

   Στις 20 Μαΐου του 1978, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτόξευσαν το διαστημόπλοιο Πάιονηρ Βένους, το οποίο, στις 4 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, τέθηκε σε τροχιά γύρω από την Αφροδίτη. Το διαστημόπλοιο έστειλε μια σειρά από εξερευνητικούς βολιστήρες στην ατμόσφαιρα της Αφροδίτης, με τη βοήθεια των οποίων διαπιστώθηκε ότι το στρώμα των νεφών περιέχει σταγονίδια θειικού οξέος και ότι το 2,5% περίπου του ηλιακού φωτός που προσπίπτει στα νέφη τα διαπερνά και φθάνει στην επιφάνεια του πλανήτη. Η ατμόσφαιρα περιέχει 96,6% διοξείδιο του άνθρακα και 3,2% άζωτο. Αν ληφθεί υπ όψιν και η πυκνότητά της, προκύπτει ότι η ατμόσφαιρα της Αφροδίτης περιέχει τρεις φορές περισσότερο άζωτο από ό,τι η ατμόσφαιρα της Γης.
Το Πάιονηρ Βένους εξέπεμψε επίσης κύματα ραντάρ προς την επιφάνεια της Αφροδίτης και, από τις ανακλάσεις, έγινε δυνατός ο προσδιορισμός της διαμόρφωσης του εδάφους (το οποίο παραμένει κρυμμένο πίσω από τα νέφη).
Η επιφάνεια της Αφροδίτης δεν φαίνεται να χωρίζεται σε λιθοσφαιρικές πλάκες όπως της Γης και μάλλον ανήκει στον τύπο εδάφους που χαρακτηρίζει τις ηπείρους. Ο πλανήτης έχει μια τεράστια υπερήπειρο που καλύπτει περίπου τα πέντε έκτα της συνολικής του επιφάνειας, ενώ το υπόλοιπο ένα έκτο βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο και μπορεί κάποτε να περιείχε νερό.
Στα βόρεια υπάρχει ένα μεγάλο υψίπεδο, που ονομάσθηκε Ιshtar Terra και έχει περίπου το μέγεθος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στο ανατολικό τμήμα του υψιπέδου υπάρχει μια οροσειρά. Ένα άλλο. ακόμη μεγαλύτερο υψίπεδο βρίσκεται στην περιοχή του ισημερινού. Ονομάσθηκε Aphrodite Terra και έχει κι αυτό βουνά.
Υπάρχουν επίσης φαράγγια και βουνά, που μπορεί να είναι σβησμένα ηφαίστεια.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
   Στις 22 Ιουνίου του 1978, ο Αμερικανός αστρονόμος Τζέιμς Κρίστυ, ενώ εξέταζε φωτογραφίες του Πλούτωνα, παρατήρησε ένα ευδιάκριτο εξόγκωμα στην μία πλευρά του πλανήτη. Έλεγξε άλλες φωτογραφίες και διαπίστωσε ότι το εξόγκωμα αλλάζει θέση. Μετά από πρόσθετες έρευνες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν δορυφόρο που βρίσκεται σε απόσταση 20.000 χιλιομέτρων από τον Πλούτωνα. (Η απόσταση αυτή είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με την απόσταση Γης-Πλούτωνα και γι’ αυτό άργησε τόσο πολύ να ανακαλυφθεί ο δορυφόρος).
Ο Κρίστυ ονόμασε τον δορυφόρο Χάροντα, από το όνομα του βαρκάρη που, στην ελληνική μυθολογία, περνούσε τις ψυχές από τον ποταμό Αχέροντα στον Άδη.
Η περίοδος περιφοράς του Χάροντα γύρω από τον Πλούτωνα είναι 6,39 ημέρες, ακριβώς ίση με την περίοδο περιστροφής του Πλούτωνα γύρω από τον άξονά του. Τα δύο σώματα, ο Πλούτωνας και ο Χάροντας, έχουν επιβραδύνει το ένα την ταχύτητα περιστροφής του άλλου μέσω παλιρροϊκών φαινομένων, με αποτέλεσμα να στρέφουν συνεχώς την ίδια πλευρά το ένα προς το άλλο. Τώρα περιστρέφονται γύρω από το κοινό κέντρο βάρους τους σαν δύο άνισα τμήματα ενός αλτήρα που σχηματίζεται από την βαρυτική έλξη. (Αυτή είναι η μοναδική «κατάσταση αλτήρα» που έχει παρατηρηθεί ως τώρα στο Σύμπαν).
Από την απόσταση ανάμεσα στα δύο σώματα και τον χρόνο περιστροφής τους είναι δυνατόν να υπολογισθεί η συνολική μάζα Πλούτωνα-Χάροντα, η οποία είναι περίπου το ένα όγδοο της μάζας της Σελήνης. Ο Πλούτωνας έχει διάμετρο 3.000 χιλιόμετρα (πολύ μικρότερη από ό,τι πίστευαν οι αστρονόμοι), ενώ η διάμετρος του Χάροντα είναι περίπου 1.200 χιλιόμετρα. Η μάζα του Χάροντα είναι το ένα δέκατο περίπου της μάζας του Πλούτωνα και, έτσι, αυτά τα δύο σώματα πλησιάζουν την κατάσταση του διπλού πλανήτη περισσότερο από κάθε άλλο γνωστό σύστημα. (Το σύστημα Γης-Σελήνης έρχεται δεύτερο από την άποψη αυτή, αλλά η μάζα της Σελήνης είναι μόνο το 2% της μάζας της Γης).


1979
ΟΙ ΔΟΡΥΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑ

   Τα διαστημόπλοια Βόγιατζερ Ι  και Βόγιατζερ 2 πέρασαν σε μικρή σχετικά απόσταση από τον Δία, τον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 1979, αντίστοιχα. Το πιο ενδιαφέρον αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης ήταν ότι η ανθρωπότητα είδε για πρώτη φορά από κοντά τους τέσσερις δορυφόρους που είχε ανακαλύψει ο Γαλιλαίος.
Οι δορυφόροι αυτοί υφίστανται παλιρροϊκή θέρμανση από τον Δία, μια θέρμανση που αυξάνεται με ταχύ ρυθμό όσο μειώνεται η απόστασή τους από τον πλανήτη. Έτσι, ο Γανυμήδης και η Καλλιστώ, το εξωτερικό ζεύγος, καλύπτονται από κρατήρες, όπως είναι φυσικό, και φαίνεται να αποτελούνται στο μεγαλύτερο μέρος τους από παγωμένο υλικό. Η Ευρώπη, ο δεύτερος κοντινότερος στον Δία δορυφόρος, δεν έχει κρατήρες. Αντίθετα, παρουσιάζει την ομαλότερη στερεά επιφάνεια που έχει παρατηρηθεί σε όλο το Ηλιακό Σύστημα, η οποία όμως είναι ρηγματωμένη και χαραγμένη με γραμμές. (Μοιάζει με τους παλιούς χάρτες του Άρη, που έδειχναν τις υποτιθέμενες διώρυγες). Φαίνεται ότι η Ευρώπη καλύπτεται ολόκληρη από έναν παγετώνα, κάτω από τον οποίο υπάρχει υγρό. Κάθε κοσμική σύγκρουση, που σε ένα άλλο ουράνιο σώμα θα δημιουργούσε κρατήρα, ραγίζει, απλώς, τον παγετώνα και το άνοιγμα που σχηματίζεται κλείνει με τον επανασχηματισμό του πάγου.
Η Ιώ, ο πλησιέστερος προς τον Δία από τους τέσσερις δορυφόρους, δεν έχει καθόλου νερό, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας. Μάλιστα, η εσωτερική θερμότητα του δορυφόρου δημιουργεί ενεργά ηφαίστεια. τα οποία φωτογραφήθηκαν σε στιγμή έκρηξης. Το διοξείδιο του θείου διασπάται σε θείο και οξυγόνο και, έτσι, η επιφάνεια της Ιούς είναι καλυμμένη από ένα κίτρινο έως κόκκινο στρώμα θείου, το οποίο σκεπάζει τα πάντα, εκτός από τους πιο πρόσφατους κρατήρες. Επίσης, οι ηφαιστειακές εκρήξεις εξηγούν και το αραιό αέριο που απλώνεται κατά μήκος της τροχιάς της Ιούς, σχηματίζοντας μία στεφάνη γύρω από τον Δία.
Τα δύο διαστημόπλοια ανακάλυψαν επίσης τρεις ακόμη μικρούς δορυφόρους, που βρίσκονται πιο κοντά στον Δία από ό,τι εκείνοι που είχαν ανακαλυφθεί από την Γη.
Έτσι, συνολικά, ο Δίας έχει δεκαέξι δορυφόρους. Τέλος, πολύ κοντά στον πλανήτη ανακαλύφθηκε ένας λεπτός δακτύλιος θραυσμάτων και, έτσι, ο Δίας κατατάχθηκε και αυτός στην κατηγορία των πλανητών με δακτυλίους, μαζί με τον Κρόνο και τον Ουρανό.

 

1980
ΟΙ ΔΟΡΥΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ

   Το διαστημόπλοιο Βόγιατζερ 1  πέρασε κοντά από τον Κρόνο στις 12 Νοεμβρίου του 1980 και, λίγο αργότερα, ακολούθησε το Βόγιατζερ 2. Για πρώτη φορά οι αστρονόμοι είδαν σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια ορισμένους από τους δορυφόρους του Κρόνου, που ως τότε τους έβλεπαν ως απλά φωτεινά σημεία.
Ήταν γνωστό ότι ο Τιτάνας, ο μεγαλύτερος δορυφόρος, έχει ατμόσφαιρα από μεθάνιο, αλλά με την διέλευση των διαστημοπλοίων αποδείχθηκε ότι η ποσότητα του μεθανίου είναι μικρή σε σύγκριση με την ποσότητα του αζώτου. (Η ανίχνευση του αζώτου από την Γη είναι δύσκολη, γιατί η παρατήρηση και η μελέτη των χαρακτηριστικών γραμμών απορρόφησης αυτού του στοιχείου παρουσιάζει δυσχέρειες). Αποδείχθηκε ότι η ατμόσφαιρα του Τιτάνα αποτελείται κατά 98% από άζωτο και κατά 2% από μεθάνιο και μπορεί να είναι πυκνότερη από την ατμόσφαιρα της Γης. Η ατμοσφαιρική ομίχλη δεν επέτρεψε την διερεύνηση της επιφάνειας του δορυφόρου, όπου ενδέχεται να υπάρχουν λίμνες αζώτου, μέσα στις οποίες θα είναι διαλελυμένα πολυμερή του μεθανίου και (όπως υποθέτουν μερικοί επιστήμονες), ίσως, κάποια μορφή ζωής.
Οι άλλοι δορυφόροι του Κρόνου εμφανίζουν πολλούς κρατήρες, όπως αναμενόταν. Ο Μίμας, ο εσώτερος από τους εννέα μεγάλους δορυφόρους, έχει έναν κρατήρα τόσο μεγάλο ώστε η σύγκρουση που τον προκάλεσε πρέπει να έχει σχεδόν διαλύσει τον δορυφόρο.
Ο Εγκέλαδος, ο δεύτερος από τους εννέα, έχει σχετικώς ομαλή επιφάνεια, ενώ ο Υπερίωνας είναι ο λιγότερο σφαιρικός από όλους, με διάμετρο που κυμαίνεται από 160 έως 200 χιλιόμετρα. Ο Ιαπετός παρουσιάζει μια άλλη ιδιομορφία. Το ένα ημισφαίριό του είναι πολύ πιο σκοτεινό από το άλλο, λες και η μια πλευρά του είναι παγωμένη και η άλλη καλυμμένη από σκούρα σκόνη. Τα αίτια αυτής της διαφοράς δεν είναι ακόμη γνωστά.
Τα δύο διαστημόπλοια ανακάλυψαν οκτώ ακόμη δορυφόρους, τόσο μικρούς ώστε δεν διακρίνονται από την Γη, οπότε ο συνολικός αριθμός των δορυφόρων ανήλθε στους δεκαεπτά. Από τους νεοανακαλυφθέντες δορυφόρους, οι πέντε είναι πιο κοντά στον Κρόνο από ό,τι ο Μίμας. Δύο από αυτούς είναι ασυνήθεις, με την έννοια ότι είναι ομοτροχιακοί, δηλαδή κινούνται στην ίδια τροχιά, «κυνηγώντας» ο ένας τον άλλο γύρω από τον Κρόνο. Είναι το πρώτο γνωστό παράδειγμα ομοτροχιακών δορυφόρων.
Οι τρεις νεοανακαλυφθέντες δορυφόροι που βρίσκονται έξω από την τροχιά του Μίμα παρουσιάζουν επίσης ασυνήθη χαρακτηριστικά. Διαπιστώθηκε ότι η Διώνη έχει έναν πολύ μικρό ομοτροχιακό συνοδό, την Διώνη Β, που κινείται γύρω από τον Κρόνο προπορευόμενη κατά 600 χλμ. της Διώνης. Έτσι, ο Κρόνος, η Διώνη και η Διώνη Β βρίσκονται πάντα στις κορυφές ενός ισόπλευρου τριγώνου. Αυτή είναι μια σχετικά σταθερή βαρυτική διάταξη, που ονομάζεται τρωική κατάσταση, επειδή εμφανίζεται επίσης στις θέσεις του Ηλίου, του Δία και των τρωικών αστεροειδών.
Η Τηθύς έχει δύο μικρούς συνοδούς, που ο ένας προπορεύεται κατά 60° και ο άλλος έπεται, επίσης κατά 60°. Προφανώς, το σύστημα δορυφόρων του Κρόνου είναι το πλουσιότερο και πιο πολύπλοκο του Ηλιακού Συστήματος.
Οι δακτύλιοι του Κρόνου επίσης είναι πιο πολύπλοκοι από ό,τι νόμιζαν οι αστρονόμοι. Αποτελούνται από εκατοντάδες, ή ίσως και χιλιάδες, λεπτούς δακτυλίους, οι οποίοι μοιάζουν με τις χαραγές ενός δίσκου γραμμοφώνου. Σε μερικά σημεία, εμφανίζονται σκοτεινές γραμμές με κατεύθυνση κάθετη προς τους δακτυλίους, σαν τις ακτίνες ενός τροχού. Επίσης, υπάρχει ένας αμυδρός εξώτατος δακτύλιος, που φαίνεται να αποτελείται από τρεις δακτυλίους πλεγμένους μεταξύ τους. Κανένα από αυτά τα φαινόμενα δεν μπορεί να εξηγηθεί, προς το παρόν. Μπορεί το βασικό τους αίτιο να είναι οι βαρυτικές δυνάμεις, αλλά οι επιδράσεις τους ίσως να έχουν περιπλακεί λόγω ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων.


1981
ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

   Μέχρι τότε, όλα τα διαστημικά σκάφη λειτουργούσαν μόνο μία φορά, χωρίς να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ξανά. Ήταν φανερό ότι η εξερεύνηση του διαστήματος θα γινόταν πιο εύκολη και λιγότερο δαπανηρή με την κατασκευή διαστημοπλοίων που θα μπορούσαν να εκτελέσουν, το καθένα, πολλές αποστολές.
Έτσι σχεδιάσθηκε το λεγόμενο διαστημικό λεωφορείο. Αποστολή του ήταν να τίθεται σε τροχιά γύρω από την Γη και κατόπιν να επιστρέφει στο έδαφος. Αυτό καθ’ εαυτό, το διαστημικό λεωφορείο δεν θα έκανε τις διαστημικές πτήσεις φθηνότερες, αφού το κόστος κατασκευής του ήταν μεγάλο. Ωστόσο, η λειτουργία του θα βοηθούσε τους μηχανικούς να ανακαλύψουν τεχνικές για την ανάπτυξη μιας επόμενης γενιάς τέτοιων σκαφών που θα ήταν φθηνότερα.
Η πρώτη πτήση διαστημικού λεωφορείου πραγματοποιήθηκε στις 12 Απριλίου του 1981, ημέρα που ήταν, συμπτωματικά, η επέτειος των είκοσι ετών από την πρώτη επανδρωμένη διαστημική πτήση, με τον Γκαγκάριν. Το διαστημικό λεωφορείο εκτέλεσε την αποστολή του και επέστρεψε ομαλά στην Γη. Ήταν η πρώτη από τις είκοσι περίπου παρόμοιες πτήσεις που εκτελέσθηκαν με ασφάλεια μέσα στα επόμενα τεσσεράμισυ χρόνια.

ΟΙ ΔΑΚΤΥΛΙΟΙ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ
   Οι δακτύλιοι του Ουρανού είχαν ανακαλυφθεί όταν παρατηρήθηκε ότι το φως ενός αστέρα εξαφανιζόταν και επανεμφανιζόταν καθώς ο Ουρανός πλησίαζε και κατόπιν απομακρυνόταν από αυτόν.
Το 1981, παρατηρήθηκε ένα παρόμοιο φαινόμενο όταν ο Ποσειδώνας διήλθε μπροστά από έναν άλλο αστέρα. Στην περίπτωση του Ουρανού, όμως, οι αυξομειώσεις του αστρικού φωτός ήταν συμμετρικές, ενώ στην περίπτωση του Ποσειδώνα όχι.
Έτσι υποστηρίχθηκε ότι ο Ποσειδώνας δεν έχει συμμετρικούς δακτυλίους, αλλά τόξα δακτυλιοειδούς υλικού τα οποία δεν σχηματίζουν κλειστούς δακτυλίους. Αν η θεωρία αυτή είναι σωστή, πρόκειται για μία ακόμη ασυνήθη κατάσταση.



1983
ΕΞΩΗΛΙΑΚΟΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ

   Ο IRAS, ένας δορυφόρος σχεδιασμένος για την ανίχνευση υπέρυθρης ακτινοβολίας, εντόπισε τέτοια ακτινοβολία στην περιοχή του λαμπρού αστέρα Βέγα το 1983.
Η καλύτερη ερμηνεία που μπορούσε να δοθεί στο φαινόμενο ήταν ότι γύρω από τον αστέρα υπάρχει ένας δακτύλιος σωματιδίων, κάτι ανάλογο με μια πυκνή ζώνη αστεροειδών. Αμέσως εκφράστηκε η άποψη ότι η ζώνη αυτή μπορεί να βρίσκεται στην διεργασία της συμπύκνωσης που θα οδηγήσει στην παραγωγή πλανητών ή να αποτελεί μια ένδειξη ότι υπάρχουν ήδη πλανήτες.
Πάντως, είναι η καλύτερη ένδειξη που έχουμε ως τώρα ότι αστέρες εκτός του Ηλίου μπορεί να έχουν πλανήτες και ότι τέτοιοι εξωηλιακοί πλανήτες μπορεί μάλιστα να είναι συνήθεις.


1984
ΦΑΙΟΣ ΝΑΝΟΣ
   Το 1984, διαπιστώθηκε ότι ο ερυθρός νάνος Van Biesbroeck 8 έχει έναν ακόμη πιο αμυδρό συνοδό αστέρα. Ο συνοδός είναι τόσο μικρός και αμυδρός, ώστε ήταν μάλλον αδύνατον να έχει την απαραίτητη μάζα ή την απαραίτητη φωτεινότητα για να μπορεί η ακτινοβολία του να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα μιας συνηθισμένης πυρηνικής σύντηξης. Η θερμοκρασία του ήταν μάλλον μέτρια, μέχρι το σημείο που μόλις να λάμπει, και εξέπεμπε ακτινοβολία πλούσια σε υπέρυθρα κύματα, ίσως με κάποιους άλλους τύπους πυρηνικών αντιδράσεων.
Αν ο αστέρας ήταν εντελώς ψυχρός και δεν ακτινοβολούσε καθόλου στο ορατό φάσμα, θα ήταν ένας μαύρος νάνος. Αφού δεν είναι εντελώς ψυχρός, ονομάσθηκε φαιός νάνος. Αργότερα, αμφισβητήθηκε η ύπαρξη αυτού του συγκεκριμένου φαιού νάνου, αλλά κατόπιν ανακαλύφθηκαν και άλλοι αστέρες αυτού του τύπου.


1985
ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ ΚΑΙ ΧΑΡΟΝΤΑΣ

   Η τροχιά του Χάροντα γύρω από τον Πλούτωνα έχει τέτοιο προσανατολισμό ώστε, στο περιήλιο και στο αφήλιο, ο Χάροντας αποκρύπτει τον Πλούτωνα και κατόπιν αποκρύπτεται από αυτόν, για ένα διάστημα μερικών ετών. Φυσικά, το φαινόμενο αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό κατά το περιήλιο. αφού τότε ο Πλούτωνας βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην Γη.
Το 1985, ο Χάροντας, που όταν ανακαλύφθηκε βρισκόταν κοντά στο περιήλιο, άρχισε να περνά μπροστά από τον Πλούτωνα και, αργότερα, κρύφθηκε πίσω του. Με την μελέτη του φωτός του Πλούτωνα μόνο, του φωτός όταν ο Χάροντας βρισκόταν από πίσω του, καθώς και του φωτός που εκπέμπουν και τα δύο σώματα μαζί, όταν ο Χάροντας βρίσκεται μπροστά στον πλανήτη αλλά χωρίς να τον καλύπτει ολόκληρο, ήταν δυνατόν να εξαχθούν συμπεράσματα για τις επιφάνειες των δύο σωμάτων.
Έτσι, διαπιστώθηκε ότι η επιφάνεια του Πλούτωνα καλύπτεται από παγωμένο μεθάνιο, ενώ ο μικρότερος Χάροντας δεν μπορεί να συγκρατήσει μεθάνιο και η επιφάνειά του καλύπτεται από παγωμένο νερό.


1986
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟΙΟΥ ΓΙΑ ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

   Στις 24 Ιανουαρίου του 1986, το διαστημόπλοιο Βόγιατζερ 2 πλησίασε στον Ουρανό, επιτρέποντας στην ανθρωπότητα να δει για πρώτη φορά από «κοντά» τον μακρινό αυτό πλανήτη που είχε ανακαλυφθεί από τον Χέρσελ, καθώς και τους δακτυλίους και τους δορυφόρους του.
Διαπιστώθηκε ότι η περίοδος περιστροφής του Ουρανού γύρω από τον άξονά του είναι 17,24 ώρες (προηγούμενες εκτιμήσεις την τοποθετούσαν από 10 έως 25 ώρες). Ο πλανήτης παρουσίαζε μαγνητικό πεδίο, όπως αναμενόταν, αλλά ο προσανατολισμός του είχε κλίση 60 μοιρών σε σχέση με τον άξονα περιστροφής.
Η ύπαρξη των δακτυλίων του Ουρανού, που είχαν εντοπισθεί από την Γη πριν από εννέα χρόνια, επιβεβαιώθηκε. Οι πέντε γνωστοί δορυφόροι αποδείχθηκε ότι ήταν κάπως μεγαλύτεροι από τις έως τότε εκτιμήσεις, ενώ ανακαλύφθηκαν το λιγότερο άλλοι δέκα μικροί δορυφόροι, που εκτελούσαν τροχιά γύρω από τον πλανήτη σε πολύ μικρότερη απόσταση από την Μιράντα, τον πλησιέστερο προς τον Ουρανό ήδη γνωστό δορυφόρο.
Η Μιράντα είναι ένα πολύ ασυνήθιστο ουράνιο σώμα. Η διάμετρός της είναι μόνο 480 χιλιόμετρα, επομένως δεν μπορεί να έχει αρκετή εσωτερική θερμότητα ώστε να προκαλούνται γεωλογικές μεταβολές. Εν τούτοις, παρουσιάζει ένα συνονθύλευμα διαφορετικών επιφανειακών χαρακτηριστικών. Πιστεύεται ότι ο βομβαρδισμός της από άλλα σώματα κατά τα αρχικά στάδια του σχηματισμού της μπορεί να την διέλυσε σε θραύσματα, τα οποία κατόπιν συνενώθηκαν κατά ακανόνιστο τρόπο.

Ο ΚΟΜΗΤΗΣ ΤΟΥ ΧΑΛΛΕΥ
   Ο κομήτης του Χάλλεϋ επέστρεψε για τρίτη φορά από τότε που ο Χάλλεϋ υπολόγισε την τροχιά του. Δυστυχώς, η εμφάνισή του το 1986 δεν ήταν πολύ εντυπωσιακή, γιατί παρέμεινε μάλλον μακριά από την Γη, ακόμη και στο κοντινότερο σημείο της προσέγγισής του, και ήταν ορατός μόνο ψηλά στον ουράνιο θόλο του νότιου ημισφαιρίου.
Η διαφορά αυτής της επιστροφής ήταν ότι στην περίπτωση αυτή ο κομήτης μπορούσε να μελετηθεί από διαστημόπλοια που εκτοξεύθηκαν από την Σοβιετική Ένωση και από την Ευρωπαϊκή Διαστημική Υπηρεσία. Το ευρωπαϊκό διαστημόπλοιο, που ονομαζόταν Τζόττο (από το όνομα του ζωγράφου που απεικόνισε για πρώτη φορά τον κομήτη κατά ρεαλιστικό τρόπο), τον προσέγγισε περισσότερο.
Ο Χουίπλ είχε περιγράψει τους κομήτες ως «λερωμένες χιονόμπαλες» και αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Ωστόσο, ο κομήτης του Χάλλεϋ ήταν πολύ πιο «λερωμένος» από όσο αναμενόταν. Φυσικά, κάθε φορά που πλησιάζει στον Ήλιο υφίσταται απώλεια πάγου, ταυτόχρονα όμως χάνει και πετρώδη σωματίδια σε πολύ μικρότερο βαθμό. Τα σωματίδια αυτά συγκεντρώνονται στην επιφάνειά του, σχηματίζοντας ένα είδος φλοιού, μέσα από τα πιο ασθενικά σημεία του οποίου διαφεύγουν οι υδρατμοί που σχηματίζονται στο εσωτερικό του από τον θερμαινόμενο πάγο. Το αποτέλεσμα είναι ο κομήτης του Χάλλεϋ να έχει μαύρο χρώμα.
Αυτό σημαίνει ότι ο κομήτης είναι μεγαλύτερος από ό,τι πίστευαν έως τώρα οι αστρονόμοι. Αφού ανακλά τόσο λίγο φως, προφανώς πρέπει να έχει μεγαλύτερη επιφάνεια ώστε να είναι δυνατόν να παραχθεί η παρατηρηθείσα λαμπρότητά του.


1987
ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ ΣΤΑ ΤΟΥ ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΥ

   Ο τελευταίος υπερκαινοφανής που είχε παρατηρηθεί μέσα στον Γαλαξία μας ήταν εκείνος που μελετήθηκε από τον Κέπλερ το 1604. Από τότε, ο πλησιέστερος υπερκαινοφανής είχε εντοπισθεί, σε απόσταση 2.300.000 ετών φωτός, στον γαλαξία της Ανδρομέδας. Ωστόσο, την εποχή εκείνη δεν έγινε αντιληπτό ότι πρόκειται για υπερκαινοφανή και το φαινόμενο δεν μελετήθηκε ούτε καν με τα όργανα που υπήρχαν τότε. Μετέπειτα, οι μοναδικοί υπερκαινοφανείς που είχαν εντοπισθεί βρίσκονταν σε ακόμη πιο μακρινούς γαλαξίες.
Τον Φεβρουάριο του 1987, όμως, οι αστρονόμοι ανακάλυψαν έναν υπερκαινοφανή στα πρώτα στάδια της έκρηξής του, στο Μεγάλο Νέφος του Μαγγελάνου. Δεν ανήκε, βέβαια, στον δικό μας Γαλαξία, βρισκόταν όμως στον πλησιέστερο προς την Γη γαλαξία και απείχε μόνο 150.000 έτη φωτός.
Πριν από την έκρηξη είχε προηγηθεί ένα κύμα νετρίνων, μερικά από τα οποία συνελήφθησαν από τα λεγόμενα τηλεσκόπια νετρίνων που είχαν εφευρεθεί πρόσφατα.
Αναμφίβολα, όσο κατασκευάζονται περισσότερα και καλύτερα όργανα αυτού του είδους, θα είμαστε σε θέση να ερευνούμε τον ουρανό για νετρίνα που μπορεί να προαναγγέλλουν εκρήξεις υπερκαινοφανών.
Ο υπερκαινοφανής του Μαγγελάνου μελετήθηκε με προσοχή καθώς η λαμπρότητά του αυξήθηκε και κατόπιν μειώθηκε. Στην συνέχεια το νεφέλωμα γύρω του εξαπλώθηκε και αραίωσε. Το 1988 εντοπίσθηκε στο κέντρο του νεφελώματος η αναμενόμενη εμφάνιση ενός πάλσαρ, ο οποίος περιστρέφεται με συχνότητα δύο χιλιάδων στροφών το δευτερόλεπτο.


1988
ΜΑΚΡΙΝΟΙ  ΓΑΛΑΞΙΕΣ

   Νέα όργανα και νέες τεχνικές ηλεκτρονικών υπολογιστών επέτρεψαν την ανακάλυψη γαλαξιών στους οποίους η μετατόπιση προς το ερυθρό ήταν η μεγαλύτερη που είχε παρατηρηθεί ποτέ, μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνην των κβάζαρ.
Το 1988 ανακαλύφθηκαν μερικοί γαλαξίες που μπορεί να απέχουν μέχρι και δεκαεπτά δισεκατομμύρια έτη φωτός. Αυτή η ανακάλυψη ήταν σημαντική σε σχέση με την δημιουργία του Σύμπαντος. Αφού οι γαλαξίες απέχουν δεκαεπτά δισεκατομμύρια έτη φωτός, αυτό σημαίνει ότι το φως τους χρειάσθηκε δεκαεπτά δισεκατομμύρια έτη για να φθάσει στην Γη και ότι τους βλέπουμε έτσι όπως ήταν πριν από δεκαεπτά δισεκατομμύρια χρόνια. Και αυτό με την σειρά του σημαίνει ότι ακόμη και πριν από δεκαεπτά δισεκατομμύρια χρόνια το Σύμπαν ήταν αρκετά παλαιό ώστε να έχει σχηματίσει γαλαξίες.
Η ηλικία του Σύμπαντος δεν έχει προσδιορισθεί με ακρίβεια. Για τον υπολογισμό της χρειάζονται πληροφορίες σχετικά με την απόσταση των γαλαξιών και την ταχύτητα διαστολής του Σύμπαντος και τα μεγέθη αυτά είναι αβέβαια. Πάντως, η ηλικία του Σύμπαντος έχει τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα στα δέκα και τα είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια, με πιθανότερη τιμή εκείνην των δεκαπέντε δισεκατομμυρίων ετών.
Ωστόσο, αν οι μακρινοί γαλαξίες βρίσκονται πράγματι στην υπολογισθείσα απόσταση, τότε το Σύμπαν πρέπει να έχει μεγαλύτερη ηλικία από ό,τι νομίζαμε. Οι πληροφορίες που μπορούμε να συγκεντρώσουμε από αυτούς τους μακρινούς γαλαξίες ίσως να μας πουν περισσότερα πράγματα για τον σχηματισμό και την νεότητα των γαλαξιών και αυτές οι γνώσεις μπορεί να αλλάξουν τις αντιλήψεις μας σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο σχηματισμού του Σύμπαντος.


1989
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΡΙΤΩΝΑΣ

   Στις 25 Αυγούστου 1989, Ο Βόγιατζερ ΙΙ, αφού διήνυσε 4.800 χιλιόμετρα μέσα από τις γαλάζιες, αεριώδεις μάζες του γιγάντιου Ποσειδώνα, μας αποκάλυψε πολλά και ενδιαφέροντα για τον πλανήτη και τους δορυφόρους του.
Ο Ποσειδώνας πραγματοποιεί μια πλήρη περιστροφή κάθε 16,1 ώρες. Μολονότι το γαλάζιο χρώμα του οφείλεται στην παρουσία μεθανίου, τα αέρια που κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα του πλανήτη είναι το υδρογόνο και το ήλιο. Οι καιρικές συνθήκες στον Ποσειδώνα είναι απίστευτα σφοδρές. Ο άνεμος αναπτύσσει ταχύτητες που δεν συναντούμε σε κανέναν άλλο πλανήτη, φθάνοντας μέχρι τα 2400 χιλιόμετρα την ώρα. Όπως στον Δία, με τη Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα του, παρατηρείται και στον Ποσειδώνα μια πολύ ισχυρή ατμοσφαιρική θύελλα —που η διάμετρός της είναι τόσο μεγάλη όσο η διάμετρος της Γης— την οποία οι επιστήμονες ονόμασαν Μεγάλη Μαύρη Κηλίδα. Ο πλανητικός μαγνητισμός του Ποσειδώνα είναι ασυνήθης σε σύγκριση με τη Γη, στην οποία ο μαγνητικός άξονας διέρχεται από το κέντρο και πολύ κοντά από τον γεωγραφικό της πόλο. Για λόγους που δεν έχουν ακόμη κατανοηθεί, ο μαγνητικός άξονας του Ποσειδώνα έχει σημαντική κλίση (περίπου 500) σε σχέση με τον άξονα περιστροφής του. Εξίσου ακατανόητο φαίνεται και το γεγονός ότι ο μαγνητικός άξονας απέχει πολύ από το κέντρο του πλανήτη. Από μακριά, οι δακτύλιοι του Ποσειδώνα μοιάζουν με τόξα δακτυλίων, που αφήνουν κενά σε διάφορα σημεία τους, καθώς περιβάλλουν τον πλανήτη. Τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Βόγιατζερ αποκάλυψαν ότι υπάρχουν τέσσερις μεγάλοι δακτύλιοι —πιθανότατα όμοιοι με τους δακτυλίους του Κρόνου και του Ουρανού, αποτελούμενοι από πάγο και συντρίμματα λίθων, που προήλθαν από συγκρούσεις μικρών δορυφόρων— οι οποίοι φαίνεται να «διακόπτονται», επειδή διαφέρει η πυκνότητα και η δομή τους. Μία θεωρία που επιχειρεί να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό υποστηρίζει ότι η τόσο ανόμοια σύνθεση των δακτυλίων του Ποσειδώνα υποδηλώνει μια γηρασμένη δομή δακτυλίου.
Ο Βόγιατζερ ΙΙ ανακάλυψε έξι νέους δορυφόρους του Ποσειδώνα —τρεις με πολύ σκοτεινές επιφάνειες και ακανόνιστα σχήματα, από τους οποίους ο μεγαλύτερος έχει διάμετρο 400 χιλιομέτρων— ανεβάζοντας το σύνολο των γνωστών δορυφόρων του Ποσειδώνα σε οκτώ. Η συγκρότηση των δακτυλίων του πλανήτη οδηγεί στη σκέψη ότι μπορεί να υπάρχουν και άλλοι, μικρότεροι δορυφόροι.
Ο μεγαλύτερος δορυφόρος του Ποσειδώνα, ο Τρίτων, παρατηρήθηκε για πρώτη φορά το 1846, το ίδιο έτος που ανακαλύφθηκε ο ίδιος ο πλανήτης. Όπως ο Τιτάνας του Κρόνου και η Ιώ του Δία, ο Τρίτωνας έχει ατμόσφαιρα, ενώ η επιφανειακή θερμοκρασία του (-235°C) τον καθιστά ένα από τα ψυχρότερα ουράνια σώματα του Ηλιακού μας Συστήματος. Πίδακες, αποτελούμενοι από άζωτο και μεθάνιο, εκτινάσσονται μέχρι οκτώ χιλιόμετρα ύψος, ενώ ένα ροδίζον λευκό πολικό κάλυμμα, που αποτελείται από τα ίδια αέρια, παγώνει και εξαχνώνεται, μετατοπιζόμενο με τις εποχές.
Η εξερεύνηση του Ποσειδώνα ήταν μία από τις αποστολές του διαστημικού βολιστήρα Βόγιατζερ ΙΙ, που θα συνεχίσει την οδύσσειά του για είκοσι ακόμη χρόνια. Επόμενη αποστολή του είναι η εξερεύνηση του μεσοαστρικού διαστήματος.

ΧΕΙΡΩΝΑΣ
   Ο Κάουαλ ονόμασε Χείρωνα έναν αστεροειδή τον οποίο πρώτος αυτός εντόπισε, αλλά από το 1987 και μετά οι αστρονόμοι παρατήρησαν ότι η φωτεινότητα του αυξανόταν καθώς προσέγγιζε τον Ήλιο, φαινόμενο που παρατηρείται μόνο σε κομήτες και όχι σε αστεροειδείς.
Το 1989, αστρονόμοι ανέφεραν ότι παρατήρησαν την κόμη του Χείρωνα, το περιβάλλον νέφος φωτεινών αερίων που σχηματίζουν μέρος της κεφαλής ενός κομήτη. Ο Χείρωνας είναι, λοιπόν, ένας μεγάλος κομήτης με πυρήνα διαμέτρου 180 περίπου χιλιομέτρων, δηλαδή είναι δεκαπλάσιος από τον κομήτη του Χάλλεϋ.

 
1990
ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΤΗΛΕΣΚΟΠΙΟ ΧΑΜΠΛ

   Στις 24 Απριλίου του 1990, τέσσερις δεκαετίες μετά τον αρχικό σχεδιασμό του, η NASA σε συνεργασία με τη Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος (ESA), χρησιμοποιώντας το διαστημικό λεωφορείο Discovery έθεσε σε τροχιά το Διαστημικό Τηλεσκόπιο Χαμπλ, 610 περίπου χιλιόμετρα πάνω από τη Γη το πρώτο διαστημικό κατοπτρικό τηλεσκόπιο διαμέτρου 2,4 μέτρων και εστιακού λόγου f/2,3. Η εστιακή απόσταση του πρωτεύοντος κατόπτρου είναι 5,5 m, ενώ η διαχωριστική ικανότητα του τηλεσκοπίου ισούται με 0,1΄΄. Η συνολική προσπάθεια, λόγω πολλαπλών δυσκολιών, διήρκεσε επτά ολόκληρα έτη και κόστισε τελικά 3 δισεκατομμύρια δολάρια.. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις το 1920 ο Γερμανός αστροφυσικός Hermann Oberth (1894-1989), από τους πατέρες της Διαστημικής, διατύπωσε την πρωτοποριακή τότε ιδέα της κατασκευής ενός διαστημικού τηλεσκοπίου, το οποίο θα εκτελούσε παρατηρήσεις σε «ιδεώδεις» συνθήκες παρατήρησης. Το τηλεσκόπιο ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Έντουιν Πάουλ Χαμπλ (Κηφείδες στο Νεφέλωμα της Ανδρομέδας, και 1929 διατύπωσε την θεωρία της απομάκρυνση των γαλαξιών), ο οποίος είχε ανακαλύψει μερικά από τα φαινόμενα που επρόκειτο να μελετηθούν με το διαστημικό τηλεσκόπιο. Το ΗSΤ, που ήταν σαν ένα σιδηροδρομικό βαγόνι μεταφοράς ζώων, ζύγιζε 12 τόνους και αποτέλεσε τον μεγαλύτερο τεχνητό δορυφόρο που τέθηκε ποτέ σε τροχιά.
Η ατμόσφαιρα της Γης παραμορφώνει και διαθλά το ορατό φως που εκπέμπεται από ουράνια σώματα και εμποδίζει τα υπεριώδη και υπέρυθρα φωτεινά κύματα, που είναι μορφές ακτινοβολίας οι οποίες εκπέμπονται από πολλά αντικείμενα του διαστήματος. Χάρη στην τροχιά του, το ΗSΤ αποκτά καθαρότερη εικόνα του ορατού φωτός, ενώ καταγράφει επίσης περιοχές του φάσματος του φωτός που δεν είναι ορατές από τη Γη. Η καθαρότητα των εικόνων του ΗSΤ είναι δέκα φορές μεγαλύτερη από την καλύτερη εικόνα που έχει ποτέ δώσει γήινο οπτικό τηλεσκόπιο, ενώ η διεισδυτική του ικανότητα επιτρέπει στον άνθρωπο να ερευνήσει το διάστημα σε βάθος που ήταν ως τότε απρόσιτο.
Το ΗSΤ σχεδιάστηκε με σκοπό να βοηθήσει τους επιστήμονες να μετρήσουν το μέγεθος και επομένως την ηλικία του Σύμπαντος, να παρατηρήσουν πολύ μακρινά ουράνια σώματα, που διακρίνονται πολύ αχνά, και να ερευνήσουν τις υπεριώδεις ακτινοβολίες απομακρυσμένων και πολύ παλαιών κβάζαρ. Έχει σχεδιαστεί επίσης με σκοπό να βοηθήσει τους επιστήμονες να διερευνήσουν την πιθανότητα να υπάρχει μαύρη τρύπα στο κέντρο του Γαλαξία, να τους επιτρέψει να συγκεντρώσουν στοιχεία για τη γέννηση αστέρων και να ερευνήσουν άστρα όμοια με τον Ήλιο.
Όλα αυτά, όμως, δεν έγινε δυνατόν να ολοκληρωθούν —τουλάχιστον μέχρι στιγμής— επειδή ένα κρίσιμο ελάττωμα στο κύριο κάτοπτρο του τηλεσκοπίου προκάλεσε μια σφαιρική εκτροπή του φωτός, που έβλαψε την ικανότητά του να μεταδίδει καθαρές εικόνες του ορατού φωτός. Επί πλέον, ένα τρεμούλιασμα του τηλεσκοπίου, όταν αυτό εισερχόταν στην περιοχή που φώτιζε το ηλιακό φως ή εξερχόταν από αυτήν, προκαλούσε στις εικόνες του μια θολότητα της τάξης του 15 έως 20 τοις εκατόν. Αυτό σήμαινε ότι το ΗSΤ μπορούσε να πραγματοποιήσει μόνον το ήμισυ των αποστολών για τις οποίες είχε σχεδιασθεί. Παρα ταύτα, τα δύο πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, το ΗSΤ έστειλε στη Γη μεγάλες ποσότητες πληροφοριών που ήταν αδύνατον να αποκτηθούν με τα γήινα οπτικά τηλεσκόπια. Μετέδωσε στη Γη εικόνες ενός δακτυλίου ακτινοβολούντος αερίου γύρω από έναν υπερκαινοφανή στο Μεγάλο Νέφος του Μαγγελάνου που είχε εκραγεί προσφάτως. Οι εικόνες του ΗSΤ για ένα τμήμα του Μεγάλου Νέφους του Μαγγελάνου ήταν έξι φορές καλύτερες από τις εικόνες που είχαν οι επιστήμονες από τα καλύτερα γήινα τηλεσκόπια, ενώ στις εικόνες των μακρινών Πλούτωνα και Χάροντα καταγράφονταν, με πραγματικά εξαίρετο τρόπο, σημαντικές λεπτομέρειες. Μετέδωσε επίσης έγχρωμες φωτογραφίες του Κρόνου, εξίσου καλές με τις εικόνες που μετέδωσε ο βολιστήρας Βόγιατζερ όταν προσέγγισε τον πλανήτη, και εντόπισε μια τρομερή θύελλα στον Κρόνο, την οποία οι αστρονόμοι ονόμασαν Μεγάλη Λευκή Κηλίδα. Οι εκπληκτικές φωτογραφίες δύο γαλαξιών έδειξαν χιλιάδες νέους γαλάζιους αστέρες που είχαν διάταξη σφαιρωτών σμηνών.


1991
ΤΑ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

   Προς το τέλος του 1991, το διαστημόπλοιο της Αφροδίτης Μαγελάνος, που είχε εκτοξευθεί τον Μάιο του 1989, ολοκλήρωσε τη χαρτογράφηση τού ενενήντα και πλέον τοις εκατόν της επιφάνειας του πλανήτη.
Οι επιστήμονες γνώριζαν ότι οι ατμοσφαιρικές συνθήκες στην Αφροδίτη ήταν πάρα πολύ σκληρές: Κυρίως διοξείδιο του άνθρακα, με ελάχιστο άζωτο και θειικό οξύ, ενώ η πίεση είναι 90 φορές μεγαλύτερη από την ατμοσφαιρική πίεση της Γης και η θερμοκρασία φτάνει τους 480°C. Τώρα, το ισχυρό ραντάρ του Μαγελάνου διαπέρασε αυτό το πυκνό πέπλο της Αφροδίτης, μπόρεσε να ερευνήσει την επιφάνειά της, παρατηρώντας λεπτομέρειες μήκους 120 μέτρων, και μετέδωσε τις καλύτερες φωτογραφίες του πλανήτη που έχουν ληφθεί ποτέ.
Στα άνυδρα υψίπεδα της Αφροδίτης, που έχουν το μέγεθος των ηπείρων της Γης, διακρίνονται βουνά που το ύψος τους φτάνει τα 11.600 μέτρα (δηλαδή είναι 2.750 μέτρα υψηλότερα από το Έβερεστ) και λίγοι μεγάλοι κρατήρες, με διαμέτρους που φτάνουν τα 50 χιλιόμετρα. Μια πολύ παλαιά κοίτη «ποταμού» που μπορεί να διατρεχόταν από υγρό θείο ακολουθεί κυματιστή πορεία, διασχίζοντας απόσταση 7.680 χιλιομέτρων, και είναι μια ανάγλυφη μαρτυρία των πολύ παλαιών διεργασιών στον μανδύα του πλανήτη.
Στο τοπίο της Αφροδίτης προβάλλουν ηφαιστειακοί θόλοι, ύψους 800 μέτρων και πλάτους 20 σχεδόν χιλιομέτρων. Ηφαιστειακή στάχτη είναι στρωμένη σε όλο σχεδόν τον πλανήτη, ενώ η μισή επιφάνειά του καλύπτεται από ποταμούς λάβας, μερικοί από τους οποίους έχουν μήκος 200 χιλιομέτρων. Φαίνεται ότι η σημερινή μορφή του τοπίου της Αφροδίτης διαμορφώθηκε από τις ροές του λυωμένου μανδύα και όχι με τη μετατόπιση των τεκτονικών πλακών, δηλαδή τη διεργασία που διαμόρφωσε το ανάγλυφο της Γης.
Το διαστημόπλοιο Μαγγελάνος έδωσε στους επιστήμονες σοβαρές ενδείξεις ότι στην επιφάνεια της Αφροδίτης υπάρχουν ενεργά ηφαίστεια. Μεγάλοι κρατήρες φαίνεται να έχουν «μεταβληθεί» πολύ πρόσφατα από τη λάβα. Η σκουρόχρωμη λάβα στο Όρος Μάατ, τη δεύτερη υψηλότερη κορυφή της Αφροδίτης, δείχνει να έχει επισωρευθεί εκεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Μερικά βουνά φαίνεται να έχουν σχηματισθεί προσφάτως και υπάρχουν σημαντικές γραμμές μεταπτώσεως.
Η δραστηριότητα αυτή της Αφροδίτης την εντάσσει στη μικρή λέσχη της Γης και των δορυφόρων Ιώ και Τρίτωνα — των μόνων ουρανίων σωμάτων του Ηλιακού μας Συστήματος στα οποία παρατηρείται ηφαιστειακή δραστηριότητα, σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.

ΠΡΩΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΟΥΣ
   Στις 29 Οκτωβρίου το διαστημόπλοιο Γαλιλαίος, που είχε εκτοξευθεί το 1989 για να συναντηθεί με τον Δία το 1995, πέρασε σε απόσταση μικρότερη των 1600 χιλιομέτρων από τον αστεροειδή 951 Γκάσπρα και μετέδωσε τις πρώτες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που έχουν ληφθεί από αστεροειδή στο διάστημα. Ο Γκάσπρα περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, μεταξύ Άρη και Δία.
Έχοντας ακανόνιστο σχήμα —ένας αστρονόμος είπε ότι μοιάζει με βαθουλωμένη ποδοσφαιρική μπάλα— ο Γκάσπρα, που έχει μήκος 19,2 και πλάτος 12,8 χιλιόμετρα, είναι χαραγμένος με βαθιές, σταυρωτές ραβδώσεις και διάστικτος με 600 κρατήρες μετεωριτών. Παρά το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατή η πλήρης ανάπτυξη της ραδιοκεραίας του Γαλιλαίου, σι φωτογραφίες που μετέδωσε τον επόμενο χρόνο ήταν τρεις φορές καθαρότερες από εκείνες του 1991 και, επί πλέον, έγχρωμες.

ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ ΑΚΤΙΝΩΝ ΓΑΜΑ
   Ενώ ερευνούσαν τους ουρανούς για παραβιάσεις της Συνθήκης Απαγόρευσης των Πυρηνικών Δοκιμών στη δεκαετία του 1970, οι Αμερικανοί ελεγκτές παρατήρησαν ορισμένες αναλαμπές ακτίνων γάμμα από τον χώρο έξω από το Ηλιακό μας Σύστημα. Οι αστρονόμοι ήθελαν να πληροφορηθούν περισσότερα. Οι ακτίνες γάμμα, που αποτελούν το πιο ισχυρό είδος ακτινοβολίας, μπορεί να είναι σημάδια που λαμβάνουμε από πολύ απομακρυσμένα ουράνια σώματα. Τον Απρίλιο του 1991, το διαστημικό λεωφορείο Ατλαντίς έθεσε σε τροχιά ύψους 450 περίπου χιλιομέτρων το Δορυφορικό Παρατηρητήριο Ακτίνων Γάμμα (ΟΚΟ). Η αποστολή του ήταν να καταγράψει για πρώτη φορά τις πηγές της ακτινοβολίας γάμμα σε όλο το Σύμπαν και ιδίως να μελετήσει πηγές εκρηκτικής ενέργειας, όπως είναι οι υπερκαινοφανείς, τα κβάζαρ, οι αστέρες νετρονίων, τα πάλσαρ και οι μαύρες τρύπες.
Τα πρώτα στοιχεία από το ΟΚΟ έδειχναν ότι οι εκλάμψεις αυτές, που απελευθερώνουν περισσότερη ενέργεια στο ένα δέκατο του δευτερολέπτου από όση απελευθερώνει ο Ήλιος σε δέκα χιλιάδες χρόνια. θα πρέπει να προέρχονται από συγκρούσεις αστέρων νετρονίων με κομήτες, νέφη αερίων ή άλλους αστέρες. Μετά από έξι μήνες όμως, τα στοιχεία που συγκεντρώνονταν από το ΟΡΙΟ έγιναν μυστηριώδη. Ενώ σι αστέρες νετρονίων είναι συγκεντρωμένοι σε σμήνη, προέκυψε ότι οι αναλαμπές κατανέμονται ίσα σε όλο το διάστημα, γεγονός που προβλημάτισε έντονα τους επιστήμονες για τη φύση τους και την απόστασή τους από τη Γη.
Κατά το πρώτο έτος της τροχιάς του, το ΟΚΟ κατέγραψε ακτίνες γάμα από κβάζαρ που απέχουν 10 με 20 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη και εκπέμπουν 10 έως 100 εκατομμύρια φορές περισσότερη ακτινοβολία γάμμα από όση ο Γαλαξίας μας. Ανίχνευσε επίσης ένα πάλσαρ ακτίνων γάμμα, με μαγνητικό πεδίο τρισεκατομμύρια φορές ισχυρότερο από το πεδίο της Γης.


1992
ΜΑΥΡΕΣ ΤΡΥΠΕΣ

   Τον Ιούνιο του 1992 παρατηρήσεις από το Hubble Space Telescope έδειξαν ότι στο κέντρο του γαλαξία Μ51, που βρίσκεται σε απόσταση 20 εκατομμυρίων ετών φωτός μακριά από εμάς, εντοπίζεται μάλλον μια μελανή οπή. Στο κέντρο του γαλαξία, που φωτογραφήθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, διακρίνεται ένα τεράστιο σκοτεινό «Χ». Οι ειδικοί επιστήμονες, που ελέγχουν τις παρατηρήσεις από το HST, δεν μπορούν να εξηγήσουν το σχήμα του, ενώ ο αστροφυσικός Holland Ford, από το Πανεπιστήμιο John Hopkins δήλωσε μόνον ότι: «μοιάζει σαν να είναι έτσι σχεδιασμένο για να τραβήξει την προσοχή μας».


         «…Ο επόμενος στόχος των παρατηρήσεων μου ήταν να αναλύσω τη δομή του Γαλαξία μας. Με τη βοήθεια ενός τηλεσκοπίου, ο καθένας μπορεί να τον παρατηρήσει και να απολαύσουν οι αισθήσεις του το μεγαλόπρεπο αυτό θέαμα, η φύση του οποίου ήταν αντικείμενο έριδος μεταξύ των φιλοσόφων των παρελθόντων ετών. Έτσι λοιπόν με τα ίδια μας τα μάτια μπορούμε να δούμε ότι ο Γαλαξίας μας όντως αποτελείται από αναρίθμητα άστρα σε διάφορα σμήνη και συστήματα,  ώστε να τελειώσουν μια για πάντα οι φιλοσοφικές υποθέσεις που είχαν δημιουργήσει τόσες προστριβές στο παρελθόν. Σε οποιαδήποτε, λοιπόν, κατεύθυνση και αν στρέψομε το τηλεσκόπιό μας, θα συναντήσουμε έναν τεράστιο αριθμό άστρων. Πολλά από αυτά είναι εξόχως μεγάλα και λαμπρά, αλλά ο αριθμός των μικρών άστρων είναι σχεδόν απροσδιόριστος.
  Δεν υπάρχει, ωστόσο, μόνο αυτή η γαλακτώδης περιοχή που μοιάζει με ένα λευκό νέφος και αντιστοιχεί στο Γαλαξία μας, αλλά υπάρχουν και διάφορες άλλες περιοχές παρόμοιας εμφάνισης που λάμπουν εδώ και εκεί στον ουρανό. Αν κατευθύνουμε, λοιπόν, το τηλεσκόπιό μας σε κάποια από αυτές, θα δούμε ότι αποτελείται επίσης από έναν μεγάλο αριθμό άστρων. Ακόμη –και αυτό είναι το πιο εκπληκτικό- εκείνα τα άστρα που έχουν ονομασθεί από όλους τους αστρονόμους μέχρι σήμερα νεφελώδη είναι στην πραγματικότητα, ομάδες μικρών άστρων που συνωθούνται στην ίδια περιοχή με έναν θαυμάσιο τρόπο.
  Παρ’ όλο μάλιστα που το καθένα χωριστά, λόγω του μικρού του μεγέθους και της μεγάλης του αποστάσεως από εμάς, διαφεύγει της παρατηρήσεως μας, η σύμμιξη των ακτίνων τους δημιουργεί το φωτεινό νεφέλωμα που βλέπουμε. Έως τώρα πιστευόταν ότι αυτά είναι από τα πυκνότερα μέρη του ουρανού, ικανά μάλιστα να ανακλούν ακόμα και τις ακτίνες του Ηλίου ή των άλλων άστρων
. ..»

                                                          Από τον ¨Αστρικό Αγγελιαφόρο¨ του Γαλιλαίου,
                                                                                                        Βενετία 1610

 

                                                                                                            <<επιστροφή

 

«…Βλέπεις λοιπόν, φιλομαθή αναγνώστη, πως το καθαρό μυαλό του Γαλιλαίου, του κατά τη γνώμη μου επιφανέστερου φιλοσόφου των ημερών μας, χρησιμοποίησε το τηλεσκόποιο σαν ένα είδος κλίμακος για να ανέλθει στα μακρύτερα και υψηλότερα τείχη του ορατού κόσμου και να παρατηρήσει τα πάντα με τα ίδια του τα μάτια. Από τη θέση αυτή, που έχει καταφέρει να βρίσκεται, ατενίζει με τα βλέμματα της οξύτατης  ευφυίας του τις ταπεινές κατοικίες μας –τις πλανητικές σφαίρες εννοώ- και συγκρίνει με την πεντακάθαρη λογική του το μακρινό με κοντινό, το υψηλό με το βαθύ. ..»

                                                                 Από τον πρόλογο του έργου του Johannes Kepler
                                                                                                Dioptrics, Augsburg, 1611.



 

«…Αν και η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους και στα ζώα είναι τεράστια, θα μπορούσε κανείς λογικά να ισχυριστεί ότι είναι μικρότερη από τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στους ίδιους τους ανθρώπους. Ποια είναι η αναλογία του ενός προς τους χίλιους; Κι όμως είναι παροιμιώδες ότι ένας άνθρωπος αξίζει όσο χίλιοι, όταν οι χίλιοι δεν φτάνουν την αξία του ενός. Τέτοιες διαφορές βασίζονται πάνω σε διαφορετικές  πνευματικές ικανότητες, και εγώ τις περιορίζω στη διαφορά ανάμεσα στο να είναι ή όχι κάποιος φιλόσοφος. Διότι η φιλοσοφία, σαν την κατάλληλη τροφή εκείνων που μπορούν να τραφούν με αυτήν, διαχωρίζει στην πραγματικότητα αυτόν τον μοναδικό άνθρωπο από το πλήθος, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ανάλογα με το «διαιτολόγιό» του.
…Πιστεύω ότι η μελέτη του Σύμπαντος πρέπει να τοποθετηθεί στην πρώτη θέση ανάμεσα σε όλα τα φυσικά φαινόμενα που μπορούν να κατανοηθούν, γιατί έρχεται πριν από όλα τα άλλα σε μεγαλείο, λόγω του παγκόσμιου χαρακτήρα της, και πρέπει επίσης να βρίσκεται πάνω από όλα ως αρχή και στήριγμά τους
…»   

                                                                         Από την αφιέρωση στο βιβλίο του Γαλιλαίου,
                                                          ‘Διάλογοι γύρω από τα Κύρια Συστήματα του Κόσμου’
                                                                                                                       Φλωρεντία, 1632.

 

                                                                                             <<επιστροφή

 

<<site map

Χρόνος εκτέλεσης : 0.108 δευτερόλεπτα